027 | ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ – «ΖΗΤΑ»

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Η σημερινή μας ανάγνωση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του αγωνιστή της ελευθερίας και βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη, που δολοφονήθηκε άναντρα στις 27 Μαΐου 1963 στη Θεσσαλονίκη από το παρακράτος της Δεξιάς.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης είχε γεννηθεί στις 3 Απριλίου 1912 στην Κερασίτσα Αρκαδίας και ήταν το 14ο παιδί, από τα συνολικά 18 που απέκτησαν οι γονείς του. Ήταν ιατρός, γυναικολόγος, απέκτησε τρεις γιούς και ήταν ο εμπνευστής και πρώτος συμμετέχων στην 1η Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης, που πραγματοποιήθηκε στις 21 Απριλίου 1963, αψηφώντας σχετική απαγόρευση της αστυνομίας.

Το Ζ -φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος – αναφέρεται στα γεγονότα της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη κι είναι ένα βιβλίο-σύμβολο, ένα μυθιστόρημα -σταθμός στην ελληνική λογοτεχνία. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας περιγράφει το ταξίδι του νεκρού Λαμπράκη με το τρένο από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, το προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης και την κηδεία στο Α’ νεκροταφείο. Στο τρένο που μέσα στο βαγόνι Ζ4383 βρίσκεται η σορός του Λαμπράκη, συνοδεύουν φίλοι του Γρ. Λαμπράκη μα και μια διμοιρία αστυνομικών για το φόβο επεισοδίων. Το τρένο διασχίζει όλη την κεντρική Ελλάδα, με την ψυχή του Ζ να παρακολουθεί από ψηλά.

Το βιβλίο με συγγραφέα τον Βασίλη Βασιλικό, πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό ‘Ταχυδρόμος’ το 1966.Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Θεμέλιο, με επιμέλεια εξωφύλλου από τον Νίκο Κούνδουρο.

Ο Ζ είναι βέβαια ο Γρηγόρης Λαμπράκης και ο Βασιλικός το επέλεξε θέλοντας να ακούγεται Ζει, για να παραπέμπει στο σύνθημα των πολιτών που ακουγόταν στην κηδεία του Λαμπράκη. Το βιβλίο μεταφράστηκε σε 37 γλώσσες και ήταν το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα, που κυκλοφόρησε στη γραφή Μπράιγ. Το 1969 το ‘Ζ’ έγινε κινηματογραφική ταινία με σκηνοθέτη τον Κώστα Γαβρά. Το 2012 έγινε η θεατρική διασκευή του έργου, σε παράσταση από το Εθνικό Θέατρο και σκηνοθεσία της Έφης Θεοδώρου.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

TOM J. DUNBABIN – “AN ARCHAEOLOGIST AT WAR  – ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ”
μτφ. Ρόζμαρι Τζανάκη – Εκδόσεις EKIM

.
Οι αναμνήσεις του Tom J. Dunbabin από την Κρήτη και τους ανθρώπους της κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όπου υπηρέτησε ως αξιωματικός των Βρετανικών Μυστικών Υπηρεσιών. Το βιβλίο είναι ο 6ος τόμος από την σειρά  ‘Μαρτυρίες’ της Εταιρίας  Κρητικών  Ιστορικών  Μελετών και είναι δίγλωσση έκδοση  Ελληνικά-Αγγλικά.

Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο

“Τα χωριά αυτά μας έδιναν τη μεγαλύτερη υποστήριξη, τα είχαμε πάντοτε για άσυλο, και πολλοί κυνηγημένοι Κρητικοί βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στις άγριες πλαγιές του όρους Κέδρος που ορθωνόταν πάνω από τη Χώρα των Λωτοφάγων – ο Κέδρος με τα γάργαρα νερά του, με τις εκατό μία πηγές, εκατό γνωστές στους ανθρώπους και η εκατοστή πρώτη, αν μπορούσες να τη βρεις, με το Αθάνατο νερό. […] Το μεγαλύτερο γλέντι μας στη Χώρα των Λωτοφάγων έλαβε χώρα τα Χριστούγεννα του 1942, όταν συναντηθήκαμε, ο Paddy, ο Xan κι εγώ στο Γερακάρι και προχωρήσαμε, από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι, μέχρι το Άνω Μέρος. […] Αυτό ήταν και το απόγειο της φιλοξενίας της Χώρας των Λωτοφάγων. Δύο χρόνια αργότερα, όλα αυτά τα όμορφα χωριά ήταν σωροί ερειπίων. Οι Γερμανοί τα κατέστρεψαν, λίγο πριν την υποχώρησή τους, και σκότωσαν πολλούς από τους φίλους μας.”

Ο Dunbabin γεννήθηκε στην Αυστραλία το 1911. Αφού φοίτησε με υποτροφία στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϋ, θα μεταβεί στην Οξφόρδη, για να ολοκληρώσει τις σπουδές του στην αρχαιολογία. Το 1937, θα παντρευτεί και θα αποκτήσει δύο παιδιά. Με το ξέσπασμα του πολέμου, θα καταταγεί στον στρατό και θα μετατεθεί αργότερα στη Special Operations Executive (S.O.E.). Λόγω των σπουδών του και της καλής γνώσης των ελληνικών, θα σταλεί στην Κρήτη, τον Απρίλιο του 1942, για να συντονίσει τις ελληνικές αντιστασιακές ομάδες, αλλά και να βοηθήσει τους εναπομείναντες Βρετανούς στρατιώτες, που κρύβονταν στα βουνά, να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή. Ουσιαστικά, αντικατέστησε στην ηγεσία της S.O.E. τον επίσης αρχαιολόγο John Pendlebury, που σκοτώθηκε το 1941.

Παρά τις αναμφισβήτητες ικανότητές του, μετά τη λήξη του πολέμου, ο Tom J. Dunbabin δεν θέλησε να χτίσει μια στρατιωτική καριέρα, επέστρεψε ξανά στον ακαδημαϊκό χώρο και εργάστηκε με ζήλο για την προστασία των αρχαιολογικών θησαυρών της Ελλάδας. Πέθανε πρόωρα από καρκίνο του παγκρέατος σε ηλικία μόλις 44 ετών.

ΓΙΟΥΡΙ ΟΛΕΣΑ – “ΖΗΛΙΑ”
μτφ. Νιόβη Ζαμπούκα – Εκδόσεις Αντίποδες

.
Το μυθιστόρημα “Ζήλια” συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα έργα του ρωσικού μοντερνισμού. Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1927 στο λογοτεχνικό περιοδικό “Krasnaja Nov” (Κόκκινη νέα γη) και καθιέρωσε τον συγγραφέα εν μία νυκτί. Μεταφράστηκε στα αγγλικά και στα γαλλικά το 1936 και στα γερμανικά το 1960.

Τα πρώτα χρόνια της ρωσικής επανάστασης, στο τέλος ενός κόσμου και στην αρχή ενός νέου, δύο αντίθετες δυνάμεις βρίσκονται σε σύγκρουση: από τη μια η θετικότητα της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας κι από την άλλη η νοσταλγία, η συνομωσία των χαμένων συναισθημάτων της εποχής που τελειώνει, η τελευταία παρέλαση των πρώην ανθρώπων, οι αναζητητές της ατομικής ευτυχίας, τα παράσιτα και οι κωμικές φιγούρες.

Ο Αντρέι Μπάμπιτσεφ, πρότυπο του νέου σοβιετικού τεχνοκράτη, έχει περιμαζέψει στο σπίτι του τον περιθωριακό, ανασφαλή και ευαίσθητο Καβαλέροφ, ο οποίος τον ζηλεύει βαθιά αλλά παράλληλα τον περιφρονεί γιατί έχει χάσει το πάθος και την ποιητική ευαισθησία του παλιού αιώνα. Με απροσδόκητο χιούμορ, αυτοσαρκασμό και οξύτητα, με μια πένα που αστράφτει, ο Γιούρι Ολέσα περιγράφει το τέλος μιας εποχής, μια μεταβατική περίοδο, που χρειάζεται τους δικούς της μύθους και παραμύθια.

Ο Γιούρι Ολέσα (1899-1960), πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας, αποτελεί μια από τις πιο ιδιότυπες και αντιφατικές μορφές της ρωσικής λογοτεχνίας του Μεσοπολέμου. Γεννήθηκε στη Γιελισαβετγκράντ (το σημερινό Κροπιβνίτσκι της Ουκρανίας) και μεγάλωσε στην Οδησσό. Σπούδασε νομικά, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του, κατατάχτηκε εθελοντικά στον Κόκκινο Στρατό, και αργότερα αναμείχθηκε στους λογοτεχνικούς κύκλους της Μόσχας, μαζί με συγγραφείς όπως οι Ιλφ και Πετρόφ, ο Μπουλγκάκοφ, ο Κατάγιεφ και ο Ζόσενκο. Καθιερώθηκε το 1927 με το μυθιστόρημα Ζήλια, που τον έκανε διάσημο αλλά και ύποπτο στα μάτια της επίσημης κριτικής λόγω του ειρωνικού και αμφίσημου χαρακτήρα του. Τις επόμενες δεκαετίες έγραψε ελάχιστη πεζογραφία και στράφηκε κυρίως στη συγγραφή θεατρικών έργων και σεναρίων. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έζησε σε σχετική σιωπή και απομόνωση, ασκώντας αυτό που ο ίδιος περιέγραφε ως «δικαίωμα στην απελπισία». Πέθανε στη Μόσχα το 1960.