Για το κόμμα «Ελπίδα για τη δημοκρατία – Μαρία Καρυστιανού» ο όρος γυναικοκτονία εισάγει διάκριση στην νομοθετική αντιμετώπιση.
«(…)αυξάνονται συνεχώς τα θύματα τέτοιου είδους εγκληματικών δράσεων. Δηλαδή, και οι γυναίκες πλήττονται». Σοβαρά ε; Και οι γυναίκες πλήττονται!
Είτε δεν μπορούν να δουν καλά το προφανές είτε γνωρίζουν πολύ καλά τη συντηρητική νοοτροπία της ελληνικής κοινωνίας και ειδικά του ακροατηρίου στο οποίο απευθύνονται και εκστομίζουν αβασάνιστα ντροπιαστικές αοριστολογίες είτε πρόκειται για γυναικοκτονίες είτε για εκτρώσεις. Το σίγουρο είναι ότι έχουν σε αρκετά χαμηλή εκτίμηση τη γυναίκα.
Παρεμπιπτόντως μια και το φερε η κουβέντα.
Η κυρία Καρυστιανού διαμηνύει ότι «Δεν μπορούμε να λογιζόμαστε για σοβαρό κράτος αν ο κάθε ένας μπορεί να μπαίνει στην επικράτεια, όπως θέλει».
Μόνο που ξεχνάει πως αυτός ο “κάθε ένας” (εναλλακτική και πιο sic ακροδεξιά έκφραση) δε διάλεξε την ελληνική επικράτεια ούτε με τη θέλησή του ούτε ως τουριστικό προορισμό. Αυτός ο “κάθε ένας” είναι άνθρωπος σε ανάγκη, άνθρωπος με ονοματεπώνυμο που για πολλούς – γνωστούς σε όλους – λόγους δε μπορεί να επιβιώσει στον τόπο του. Κάποιος που φιλοδοξεί να ασχοληθεί με την πολιτική για να σώσει τον κόσμο, τα αυτονόητα και ήδη αποδεδειγμένα οφείλει να τα γνωρίζει.
Η επίκληση της προσωπικής της εμπειρίας ως μετανάστριας στην Αγγλία όπου πήγε με διαβατήριο και έτοιμη θέση, είναι επιεικώς για γέλια (κανονικά για κλάματα είναι).
Η χώρα μας δεν έχει ιδέα τι σημαίνει πόλεμος εδώ και 77 χρόνια. Όσο κι αν είναι όλα σχετικά, ο δυτικός κόσμος βρίσκεται επί αιώνες στην τυχερή πλευρά της γης όπου ο μέσος άνθρωπος έχει το πλεονέκτημα να σκέφτεται, να νοιάζεται, να αγωνιά, να γκρινιάζει για δευτερεύοντα και τριτεύοντα πράγματα. Μια γυναίκα ή ένας άντρας από την Παλαιστίνη, τον Λίβανο, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, τις χώρες της Αφρικής, με ηλικία μεγαλύτερη από της κυρίας Καρυστιανού, έχει περάσει όλη του σχεδόν τη ζωή είτε προσπαθώντας να επιβιώσει από δυτικές χριστιανικές βόμβες είτε από πείνα είτε από δίψα είτε από καταπιεστικά καθεστώτα ευλογημένα από τη χριστιανική Δύση. Αν κάνει τον κόπο να πληροφορηθεί τι συμβαίνει για παράδειγμα στα σκλαβοπάζαρα της Λιβύης ίσως δώσει απάντηση γιατί ο “κάθε ένας” δεν έχει διαβατήριο και έτοιμη θέση όπως αυτή είχε την πολυτέλεια. Το να εξισώνεις τον πολίτη του προνομιούχου δυτικού κόσμου με τον διαχρονικά και αντικειμενικά πολύπαθο Ασιάτη ή Αφρικανό, συνιστά στην καλύτερη περίπτωση αφέλεια, αν όχι σκοπιμότητα.
Είπε, επίσης, «Όχι, δεν βυθίζουμε καμία βάρκα και δεν πνίγουμε κανέναν άνθρωπο γιατί είμαστε άνθρωποι. Και η χώρα μας παραδοσιακά στο θέμα της ανθρωπιάς είναι παραδοσιακά πολύ προστατευτική». Έχει τόσο ισχυρή παράδοση η χώρα αυτή, γι’ αυτό ίσως δεν άκουσε τίποτα για Φαρμακονήσι, Πύλο, Χίο (η λίστα είναι μεγαλύτερη). Μας δίνει βάσιμα την εντύπωση ότι η ενημέρωσή της βασίζεται στην ομάδα “αλήθειας” της νδ ή γενικότερα των συστημικών ΜΜΕ. Λίγο ακόμα και θα επαινέσει την κυβέρνηση ή θα την κατηγορήσει ότι το παρακάνει με τον προστατευτισμό.
Λέει αλήθεια η κυρία Καρυστιανού ότι αν δεν ήταν τα Τέμπη δε θα τη γνωρίζαμε ποτέ. Από τη στιγμή που τοποθετείται δημόσια, εχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι πριν τα Τέμπη είτε ήταν απολιτίκ είτε υιοθετούσε αβασάνιστα το κυρίαρχο αφήγημα.
Απελάσεις προσφύγων και μεταναστών – και μάλιστα βίαιες – γίνονται συνεχώς. Με προορισμό τον πάτο της Μεσογείου. Ας είναι σίγουροι στο κόμμα “Μαρία Καρυστιανού” ότι εμείς (η μειοψηφία που πιστεύει στην αλληλεγγύη) όπως δεν κλείνουμε μάτια και αυτιά στο προσφυγικό και τα βαθύτερααίτια του, έτσι δεν πρόκειται να ξεχάσουμε τα Τέμπη. Γιατί αυτό που συνέβη στα Τέμπη ήταν βίαιη απέλαση από τη ζωή. Με κοινό παρονομαστή τα κέρδη των λίγων
