Γιατί στη Δύση τα ΜΜΕ «αγνοούν» τον πόλεμο μεταξύ Πακιστάν και Αφγανιστάν που συνεχίζεται;

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Η συντριπτική πλειονότητα των δυτικών ΜΜ«Ε» έχει επικεντρωθεί στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο των ΗΠΑ και του τεχνητού σιωνιστικού μορφώματος κατά του Ιράν και στις αυξανόμενες επιπτώσεις του για την παγκόσμια οικονομία. Ελάχιστη προσοχή έχει δοθεί σε έναν άλλο πόλεμο, που βρίσκεται σε εξέλιξη και ξέσπασε περίπου την ίδια περίοδο, δηλαδή προς τα τέλη Φλεβάρη του 2026 —τον πόλεμο μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν.

.
Πρόκειται για έναν πόλεμο για τον οποίο τα δυτικά ΜΜ«Ε» δεν αναφέρουν σχεδόν τίποτα, παρά το γεγονός ότι έχει ήδη προκαλέσει εκατοντάδες θανάτους αμάχων και τον εκτοπισμό χιλιάδων ανθρώπων από τα σπίτια τους και στις δύο πλευρές των συνόρων. Σε αυτόν τον πόλεμο, η πακιστανική πλευρά έχει την υποστήριξη του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ο οποίος εξακολουθεί να γλείφει τις πληγές του από τη στρατιωτική ήττα και την εκδίωξή του από το Αφγανιστάν. Οι περισσότερες άλλες χώρες της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας και της Ρωσίας, ζητούν κατάπαυση του πυρός και ειρηνευτικές συνομιλίες για τη διευθέτηση των αιτίων της σύγκρουσης μεταξύ των δύο πλευρών.

Αξίζει να θυμίσουμε ότι το Πακιστάν και το Αφγανιστάν έχουν μερικά κοινά χαρακτηριστικά: και οι δύο είναι συντηρητικές, σχεδόν αποκλειστικά μουσουλμανικές χώρες της Κεντρικής και Νότιας Ασίας. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι και οι δύο χώρες μοιράζονται επίσης μια κάπως αδικαιολόγητη και εξαιρετικά αρνητική φήμη στον δυτικό κόσμο. Στην περίπτωση του Αφγανιστάν αυτό οφείλεται σε χρόνια σοβινιστικής προπαγάνδας από τα δυτικά ΜΜ«Ε», με σκοπό να δικαιολογηθεί η 20ετής κατοχή του Αφγανιστάν κύρια από τις ΗΠΑ, αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες χώρες του επιθετικού οργανισμού του ΝΑΤΟ.

Στην περίπτωση του Πακιστάν η αρνητική εικόνα πηγάζει από ρατσιστική προπαγάνδα εναντίον της μεγάλης πακιστανικής εθνοτικής μειονότητας που θεωρεί αυτήν τη χώρα πατρίδα της. Οι κύριες εθνοτικές ομάδες της χώρας (από ένα σύνολο 60 φυλών και γλωσσών) είναι οι Παντζάμπι, η πολυπληθέστερη ομάδα (περίπου 39%), οι Παστούν, που κατοικούν κυρίως στα δυτικά και βορειοδυτικά (περίπου 18%), οι Σίντι, που βρίσκονται στη νοτιοανατολική επαρχία Σιντ (περίπου 15%), οι Σαράικι, που εντοπίζονται στο νότιο Παντζάμπ, οι Μουχατζίρ, που είναι απόγονοι μουσουλμάνων που μετανάστευσαν από την Ινδία κατά τη δημιουργία του Πακιστάν και οι Μπαλούχ, που κατοικούν στη νοτιοδυτική επαρχία του Μπαλουχιστάν.

Παρά το γεγονός ότι συχνά ομαδοποιούνται από τους σοβινιστές και τους «ειδικούς» αναλυτές της Δύσης ως «μουσουλμανικές τρομοκρατικές χώρες», στην πραγματικότητα αυτά τα δύο κράτη έχουν πολύ διαφορετική ιστορία και τελείως διαφορετικές κοινωνίες.

◊◊◊

Η ιστορία του Αφγανιστάν είναι στενά συνδεδεμένη με την Κεντρική Ασία και αποτελεί μια πολυεθνοτική κοινωνία με πάνω από 50 διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, με μεγαλύτερη αυτήν των Παστούν, ακολουθούμενη από τους Τατζίκους, τους Ουζμπέκους, τους Χαζάρους κλπ. Η περιοχή αποικίστηκε επίσημα από τη Βρετανική Αυτοκρατορία μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα (1839-1842) και διεξήγαγε με επιτυχία μια σειρά πολέμων εναντίον των Βρετανών για να διατηρήσει την εκ των πραγμάτων ανεξαρτησία της καθ’ όλην τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Αν και οι ηγέτες της αναγκάστηκαν να αποδεχθούν σημαντική βρετανική επιρροή στην κυβέρνηση μέχρι το 1919, οπότε και εξασφάλισε πλήρη ανεξαρτησία υπό μοναρχικό καθεστώς.

Η μοναρχία διήρκεσε μέχρι το 1973, οπότε και ανατράπηκε από εσωτερικό πραξικόπημα και ανακηρύχθηκε το δημοκρατικό καθεστώς. Το 1978, μια μαρξιστική-λενινιστική εξέγερση υπό την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν (PDPA-Khalq) ανέλαβε την εξουσία στη χώρα και ανακήρυξε τη χώρα σε ένα σοσιαλιστικό κράτος, σύμμαχο της Σοβιετικής Ένωσης. Ακολούθησε μια τεράστια κοινωνική αναταραχή και ξέσπασε γρήγορα μια αντεπανάσταση με πρωτοβουλία των πλούσιων φεουδαρχικών εκμεταλλευτικών στοιχείων της υπαίθρου, που αντιτάχθηκαν στη σοσιαλιστική αγροτική μεταρρύθμιση, η οποία αποσκοπούσε στη διανομή γης στους αγρότες και στην απαγόρευση της τοκογλυφίας. Οι εκμεταλλευτές, υποστηριζόμενοι από τις Δυτικές «υπηρεσίες», κατάφεραν να κινητοποιήσουν τις βαθιά θρησκευόμενες αγροτικές μάζες εναντίον αυτού που τους παρουσίαζαν ως «ταχεία εκκοσμίκευση» της χώρας.

Κατόπιν πρόσκλησης της εκλεγμένης αφγανικής κυβέρνησης, η Σοβιετική Ένωση παρενέβη στρατιωτικά το 1979. Το PDPA-Khalq αντικαταστάθηκε με το PDPA-Parcham (μια αντίπαλη φατρία Αφγανών κομμουνιστών που ήταν πιο μετριοπαθείς, αναθεωρητές από το Khalq). Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και μετέτρεψε τους αντάρτες «μουτζαχεντίν» (θρησκευόμενους ισλαμιστές πολεμιστές) σε «υπόθεση-σήμα κατατεθέν», διοχετεύοντας τεράστιες ποσότητες όπλων και μαχητών από διάφορες ισλαμικές χώρες στη σύγκρουση, σε μια προσπάθεια να ανατρέψουν τους κομμουνιστές από την εξουσία.

Καθ’ όλην τη διάρκεια της δεκαετούς σύγκρουσης, οι αρχικά ακλόνητες μαρξιστικές – λενινιστικές αρχές της αρχικής επανάστασης του 1978 αποδυναμώθηκαν σταδιακά, καθώς η κυβέρνηση προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να τερματίσει τον εμφύλιο πόλεμο μέσω συμβιβασμού με τους εχθρούς της. Ο σοβιετικός στρατός αποσύρθηκε το 1989, αφού η Σοβιετική ηγεσία έβλεπε ότι δεν ωφελεί η παραμονή των στρατιωτικών της δυνάμεων στη χώρα. Η κυβέρνηση εγκατέλειψε κάθε εναπομένουσα αναφορά στον μαρξισμό το 1990. Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ στα τέλη του 1991, η εκλεγμένη σοσιαλιστική Αφγανική κυβέρνηση κατέρρευσε και οι εσωτερικές διαμάχες μεταξύ αντίπαλων πολέμαρχων έπληξαν τη χώρα. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι που το υποστηριζόμενο από τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές, ακραία συντηρητικό μουσουλμανικό κίνημα των «Ταλιμπάν» ανέλαβε τον έλεγχο το 1996. Οι Ταλιμπάν, αν και αρχικά ήταν διατεθειμένοι να συνάψουν συμφωνίες με τις ΗΠΑ, αποδείχθηκαν ανεπαρκώς υποχωρητικοί για τα δεδομένα της Ουάσιγκτον. Έτσι ανατράπηκαν με την πολυεθνική ΝΑΤΟική εισβολή στη χώρα, υπό την ηγεσία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού το 2001. Στη συνέχεια ακολούθησε ένας 20ετής ανταρτοπόλεμος ενάντια στη δυτική κατοχή, από τον οποίο τελικά βγήκαν νικητές οι Ταλιμπάν, με την οριστική αποχώρηση των Αμερικάνικων στρατευμάτων το 2021.

Ο Χαμίντ Καρζάι (Hamid Karzai, 24/12/1957-), η μαριονέτα που εγκατέστησαν οι ΗΠΑ στη διοίκηση της χώρας, ήταν διαβόητος για τη διαφθορά του, ως εκπρόσωπος του αμερικανικού στρατού κατοχής. Οι φρικαλεότητες των δυνάμεων των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ ήταν αποτρόπαιες και η μόνη διαρκής κληρονομιά, εκτός από τα αστρονομικά κέρδη του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος και το εξωτερικό χρέος των ΗΠΑ, ήταν η βαθιά φτώχεια του αφγανικού λαού. Οι ΗΠΑ ξόδεψαν περισσότερα από τρία τρισεκατομμύρια δολάρια για να διατηρήσουν μια παρατεταμένη εικοσαετή σύγκρουση, επιδιώκοντας τους γεωστρατηγικούς τους στόχους.

Η σημασία του Αφγανιστάν οφείλεται τόσο στη γεωγραφική του θέση ως ακρογωνιαίου λίθου των κρατών της Κεντρικής Ασίας —τα οποία ο Πολωνοαμερικανός Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι (Zbigniew Kazimierz Brzezinski‎‎, 28/3/1928-26/5/2017) αποκαλούσε «Βαλκάνια της Κεντρικής Ασίας» και τα θεωρούσε καθοριστικά για την κυριαρχία σε ολόκληρη την περιοχή— όσο και η γειτνίασή του με τη Ρωσία, την Κίνα και τις πρώην σοσιαλιστικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας. Επίσης και η πλούσια σε πετρέλαιο περιοχή της Κασπίας, του προσέδωσε μια σημασία δυσανάλογη σε σχέση με τη φαινομενική φτώχεια του λαού του και το φαινομενικό μέγεθος της οικονομίας του. Από το 2021, το Αφγανιστάν διοικείται ουσιαστικά ως ισλαμική θεοκρατία υπό την ηγεσία των Ταλιμπάν.

◊◊◊

Αντίθετα το Πακιστάν είναι μια πολύ νέα χώρα της Νότιας Ασίας, που αποτελείται από μουσουλμάνους από ολόκληρη την περιοχή της πρώην βρετανικής αποικιακής αυτοκρατορίας της Ινδίας, οι οποίοι οδηγήθηκαν από τους Άγγλους και Αμερικάνους αποικιοκράτες να αποσχιστούν βίαια από την Ινδία το 1947 και να ιδρύσουν τη δική τους χώρα με μουσουλμανική πλειονότητα. Παρά τις σχεδόν διαρκείς πολιτικές εντάσεις με την Ινδία, από πολιτιστική, ιστορική και γλωσσική άποψη οι Πακιστανοί είναι παρόμοιοι με τους Ινδούς και μοιάζουν μεταξύ τους πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο γείτονά τους. Άλλωστε στην πραγματικότητα είναι πρώην Ινδοί.

Σε αντίθεση με την ταραχώδη πολιτική κατάσταση του βορειοδυτικού γείτονά του, το Πακιστάν έχει διατηρήσει την επίφαση ενός σχετικά σταθερού συστήματος διακυβέρνησης από την ίδρυσή του το 1947. Στην πραγματικότητα, πίσω από αυτήν τη βιτρίνα, κρύβεται μια de facto στρατιωτική δικτατορία, η οποία κυβερνά τη χώρα από την ημέρα της ανεξαρτησίας της από την Ινδία μέχρι σήμερα και κυριαρχεί σε κάθε πτυχή, ακόμη και της πολιτικής οικονομίας. Όταν η πολιτική διοίκηση ξεφεύγει από τα όρια που όρισαν οι ιμπεριαλιστές προστάτες τους, η φαινομενική δημοκρατία διακόπτεται από στρατιωτικά πραξικοπήματα.

Ο 22ος πρωθυπουργός του Πακιστάν και αρχηγός του κεντρώου κόμματος Κίνημα του Πακιστάν για Δικαιοσύνη (Τεχρίκ-ε-Ινσάφ), ο Ιμράν Χαν (Imran Ahmed Khan Niazi, 5/10/1952-) προέβη σε υπερβολικά αντιιμπεριαλιστικές δηλώσεις σχετικά με την ανεξαρτησία του Πακιστάν από τον αγγλοαμερικανικό ιμπεριαλισμό. Για τον λόγο αυτό ανετράπη στις 10 Απρίλη 2022 από την εξουσία, κατά παράβαση του Συντάγματος, ενώ το κόμμα του εμποδίστηκε να συμμετάσχει στις εκλογές, τις οποίες σίγουρα θα είχε κερδίσει. Μέχρι και σήμερα ο ίδιος καταγγέλλει τις πολιτικά υποκινούμενες διώξεις εναντίον του και εναντίον της συζύγου του Μπούσρα Μπίμπι (Bushra Bibi Khan, 16/8/1974-), ενώ εξακολουθούν να μαραζώνουν στη φυλακή, καταδικασμένοι σε πολυετή κάθειρξη.

Η σχετική και φαινομενική σταθερότητα του Πακιστάν, πέρα από το καθεστώς του ως περιφερειακής δύναμης με πυρηνικά όπλα, απορρέει από το γεγονός ότι διαθέτει μια ελίτ που είναι στενά συνδεδεμένη με την Ουάσινγκτον, κάτι που ισχύει για το μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξης της χώρας. Το Πακιστάν ευθυγραμμίστηκε απόλυτα με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και αποτέλεσε τον κύριο δίαυλο για τα όπλα και τους μαχητές που αποστέλλονταν από τη Δύση στην εξέγερση των Μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν κατά τη δεκαετία του 1980.

◊◊◊

Η στρατηγική θέση του Αφγανιστάν, που βρίσκεται σε κομβικά εμπορικά μονοπάτια στην καρδιά της Κεντρικής Ασίας, καθώς και ο επαναστατικός και έντονα πατριωτικός πληθυσμός του, καθιστούν επιτακτική ανάγκη για τον Αμερικανο-ΝΑΤΟικούς η χώρα να παραμένει σε μια διαρκή κατάσταση αναταραχής και πολέμου, ώστε ο δυτικός ιμπεριαλισμός να μπορεί να συνεχίσει να επωφελείται από την απρόσκοπτη πρόσβαση στη γη και στους πόρους του αφγανικού λαού.

Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι τα σύνορα μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν (γνωστά ως «Γραμμή Ντουράντ», μήκους 2.670 χιλιομέτρων, που καθορίστηκαν το 1893 και πήραν το όνομά τους από τον Sir Henry Mortimer Durand, αξιωματούχο της τότε βρετανικής κυβέρνησης της Ινδίας), όπως και τόσα άλλα σύνορα που χάραξε ο βρετανικός ιμπεριαλισμός στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, σχεδιάστηκαν σκόπιμα για να προκαλέσουν μελλοντικές διαιρέσεις και συγκρούσεις. Αυτό το έκαναν κόβοντας στα δύο τα εδάφη των φυλών των Παστούν, χωρίζοντας τους ανθρώπους από τις οικογένειές τους και τα πατρογονικά τους εδάφη. Οι διαδοχικές αφγανικές κυβερνήσεις έχουν διαμαρτυρηθεί για το ζήτημα αυτό και έχουν ζητήσει επανεξέταση των συνόρων, αλλά όλες οι προσπάθειες έχουν προσκρούσει σε αδιέξοδο από τα διεθνή δικαστήρια, τα οποία επιμένουν ότι οι άνισες συμφωνίες που επιβλήθηκαν στους αφγανούς ηγέτες του 19ου αιώνα από τη Βρετανική Αυτοκρατορία πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ. Το ζήτημα αυτό παραμένει ένα ακόμη αγκάθι στις σχέσεις του Αφγανιστάν με τον νοτιοανατολικό γείτονά του.

Ουσιαστικά, το Πακιστάν λειτουργεί ως περιφερειακός εκτελεστής του αγγλοαμερικανικού ιμπεριαλισμού, παρόμοια με τον ρόλο που διαδραματίζουν ορισμένες αφρικανικές χώρες όπως η Ρουάντα, η Κένυα και η Νιγηρία. Πράγματι, ως χώρα της οποίας η ίδια η ύπαρξη ήταν ουσιαστικά αποτέλεσμα μιας βρετανικής αποικιοκρατικής συνωμοσίας για τη διάσπαση και την αποδυνάμωση της αντίστασης της Νότιας Ασίας στον ιμπεριαλισμό, ήταν ίσως αναπόφευκτο το Πακιστάν να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο. Η κατανόηση αυτού του ρόλου του Πακιστάν ρίχνει φως στην τρέχουσα κατάσταση.

◊◊◊

Τον Φλεβάρη του 2026, το Πακιστάν εξαπέλυσε επιθέσεις μεγάλης κλίμακας εναντίον υποτιθέμενων «στρατοπέδων μαχητών» στο Αφγανιστάν, επικαλούμενο αυτοάμυνα έναντι μιας φερόμενης τρομοκρατικής απειλής από τζιχαντιστές μαχητές, εχθρικούς προς το Πακιστάν, οι οποίοι φέρεται να επιτίθενται από βάσεις στο Αφγανιστάν. Αναφορές από το Αφγανιστάν υποδείκνυαν ότι χτυπήθηκαν αρκετοί πολιτικοί στόχοι και ο αφγανικός στρατός ανταπέδωσε με αντίποινα εναντίον πακιστανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων.

Από τότε οι μάχες έχουν κλιμακωθεί, με το Πακιστάν να κηρύσσει «ανοιχτό πόλεμο» κατά της κυβέρνησης των Ταλιμπάν. Το Πακιστάν εξαπολύει σχεδόν αδιάκοπες αεροπορικές επιθέσεις σε αφγανικό έδαφος, ενώ το Αφγανιστάν ανταποδίδει με επιθέσεις με ντρόουνς και πυροβολικό.

Αν και καμία δυτική χώρα δεν έχει υποστηρίξει ανοιχτά το Πακιστάν στη σύγκρουση, είναι σαφές —αν διαβάσει κανείς πίσω από τα γεγονότα—, ότι το Πακιστάν έχει την ευλογία του δυτικού ιμπεριαλισμού στην προσπάθειά του να τιμωρήσει το Αφγανιστάν· ένα κυρίαρχο, πλήρως ανεξάρτητο κράτος, που διοικείται από μια κυβέρνηση η οποία, ό,τι κι αν πιστεύει κανείς για την ιδεολογία της, κατάφερε να επιφέρει μια ταπεινωτική ήττα στους ιμπεριαλιστές. Την οποία οι τελευταίοι διψούν να εκδικηθούν.

Υποκριτικά όπως πάντα, η διεφθαρμένη διορισμένη ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε δήλωση με την οποία καλεί όλες τις πλευρές σε «αποκλιμάκωση», ενώ απευθύνει συγκεκριμένη έκκληση προς την Καμπούλ να «λάβει αποτελεσματικά μέτρα κατά όλων των τρομοκρατικών ομάδων που δραστηριοποιούνται εντός ή από το Αφγανιστάν» — επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τη θέση του Ισλαμαμπάντ σχετικά με τη σύγκρουση.

Η ελάχιστη κάλυψη που έχουν αφιερώσει τα αργυρώνητα δυτικά μέσα «ενημέρωσης» στη σύγκρουση, είναι εμφανώς μεροληπτική υπέρ του Πακιστάν. Η αφγανική πλευρά απονομιμοποιείται συστηματικά και αναφέρεται απλώς ως «οι Ταλιμπάν», σαν να πρόκειται για μια απλή ομάδα ανταρτών και όχι για μια κυρίαρχη εθνική κυβέρνηση (όπως κάνουν μόνιμα και με την απονομιμοποίηση της κυβέρνησης της Υεμένης και την αναφέρουν υποτιμητικά ως «ανταρτών Χούτι»). Καμία προσπάθεια δεν καταβάλλεται για την αναζήτηση της αλήθειας, όταν οι ισχυρισμοί του Πακιστάν για επιθέσεις εναντίον «στρατοπέδων τρομοκρατών» έρχονται σε σύγκρουση με την επιμονή των Αφγανών ότι πλήττονται σχεδόν αποκλειστικά τζαμιά και κατοικίες αμάχων. Επίσης υπάρχει από τα δυτικά ΜΜ«Ε» ομόφωνη καταδίκη των υποτιθέμενων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την πλευρά των Αφγανών, όπως η «αναγκαστική στρατολόγηση από τους Ταλιμπάν» —δηλαδή η στρατιωτική επιστράτευση από μια εθνική κυβέρνηση, όταν η χώρα δέχεται επίθεση, μια πολιτική που εφαρμόζουν δεκάδες χώρες, συμπεριλαμβανομένων και πολλών ευρωπαϊκών.

Σε μια ανατριχιαστική ομοιότητα με τις ενέργειες των σιωνιστών στη Γάζα, μια αεροπορική επιδρομή του Πακιστάν σε περιοχή του Αφγανιστάν στις 16 Μάρτη χτύπησε ένα νοσοκομείο και σκότωσε τουλάχιστον 269 ανθρώπους, σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Παρόλο που το γεγονός έτυχε περιορισμένης κάλυψης από τον δυτικό Τύπο λόγω της τεράστιας κλίμακας της σφαγής, ουσιαστικά δεν υπήρξε καμία καταδίκη από τις χώρες της πολιτισμένης Δύσης εναντίον του Πακιστάν για τη διάπραξη ενός τόσο βάρβαρου εγκλήματος πολέμου. Αυτό αποτελεί ξεκάθαρα ένα σαφές μήνυμα, ότι αυτός ο πόλεμος του Πακιστάν είναι στην πραγματικότητα ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος που έχει ανατεθεί σε έναν περιφερειακό λακέ, ακριβώς όπως ο λεγόμενος «σαουδικός» πόλεμος εναντίον της ανεξάρτητης Υεμένης.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτού του πολέμου είναι η παρουσία μη κρατικών παραγόντων και από τις δύο πλευρές. Ως απομονωμένη και υπό κυρώσεις χώρα, το Αφγανιστάν, δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τη συμβατική δύναμη πυροβολικού και πολεμικής αεροπορίας του Πακιστάν, που υποστηρίζεται ενεργά από τους ιμπεριαλιστές της Δύσης. Ωστόσο, λόγω των κοινών θρησκευτικών και εθνοτικών δεσμών με τους ευσεβείς μουσουλμάνους του Πακιστάν, ιδίως από τη μειονότητα των Παστούν, πολλές μαχητικές ομάδες στο Πακιστάν έχουν ενεργοποιηθεί κι έχουν πάρει τα όπλα εναντίον του στρατού της ίδιας τους της χώρας για την υπεράσπιση του αφγανικού λαού.

Αυτό περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ορισμένες από αυτές τις ομάδες είναι πράγματι ομάδες που ιστορικά συνδέονται με τη βίαιη ιδεολογία των Τακφίρι. Μία από τις πιο γνωστές μεταξύ αυτών φαίνεται να είναι η Tehrik-e-Taliban Pakistan (TTP), μια ομάδα που ιστορικά συνδέεται με βίαιες τρομοκρατικές επιθέσεις κατά αμάχων. Ομάδα που προκάλεσε μαζικές απώλειες, όπως η διαβόητη επίθεση του 2014 σε σχολείο στο Πεσαβάρ (Peshawar, πόλη του Πακιστάν, πρωτεύουσα του ομώνυμου διαμερίσματος στα ΒΔ. σύνορα με το Αφγανιστάν). Αν και ανεξάρτητες πηγές υποδεικνύουν ότι η ομάδα αυτή ενδέχεται να έχει απομακρυνθεί από τέτοιες τακτικές μετά από χρόνια εσωτερικών διαμαχών και αλλαγών στην ηγεσία της.

Από την άλλη πλευρά τα απομεινάρια των διάφορων φατριών, των υποστηριζόμενων από τους Αμερικάνους «αγωνιστών της ελευθερίας» στο Αφγανιστάν, με επικεφαλής αξιωματούχους του πρώην αμερικανικού καθεστώτος κατοχής, αρνήθηκαν να υποστηρίξουν τη χώρα τους ενόψει της επιθετικής ενέργειας του Πακιστάν, κατηγορώντας την αφγανική κυβέρνηση, ότι αυτή προκάλεσε τη σύγκρουση. Επιπλέον —αν και δεν αποτελεί πλέον τη μεγάλη απειλή που ήταν πριν από μερικά χρόνια—, η υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ τρομοκρατική ομάδα των Τακφίρι του ISIS-K παραμένει στη σκιά, έτοιμη να επανενεργοποιηθεί από τους Αμερικανο-ΝΑΤΟικούς ιμπεριαλιστές προστάτες της, όποτε κριθεί απαραίτητο.

Είναι σαφές ότι ο πόλεμος μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν δεν μπορεί να ωφελήσει καμία από τις δύο χώρες. Το Πακιστάν ξεκίνησε τον πόλεμο, αλλά η χρηματοδότησή του θα αυξήσει αναμφίβολα τη δουλεία του Πακιστάν προς τους δανειστές του, η οποία, ακόμη και πριν από τον πόλεμο, βάρυνε βαριά και με μη βιώσιμο τρόπο την οικονομία του. Αν και το Αφγανιστάν είναι σε καλύτερη θέση να ελαχιστοποιήσει τις στρατιωτικές του δαπάνες, ο πλούτος που σπαταλιέται με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολύ καλύτερα για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού του. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί παρά να συμπεράνει κανείς ότι το Πακιστάν χρησιμοποιείται ως όργανο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού για να εκδικηθεί την Αφγανική κυβέρνηση που το ταπείνωσε. Γι’ αυτό άλλωστε και τα ΜΜ«Ε» στις χώρες της Δύσης, επιδεικτικά «αγνοούν» τον συνεχιζόμενο πόλεμο.#