Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σύνθετο και επίκαιρο ζήτημα. Η μαρξιστική ανάλυση, γραμμένη εν μέσω της βιομηχανικής επανάστασης, αποδεικνύεται εντυπωσιακά διαγνωστική για φαινόμενα της εποχής μας, όπως η πλατφορμοποίηση της εργασίας (κατά την οποία η εργασία οργανώνεται, ανατίθεται και εκτελείται μέσω ψηφιακών πλατφορμών), η τουριστικοποίηση των πόλεων και της υπαίθρου και η εμπορευματοποίηση της προσωπικής ζωής.
Το θέμα αγγίζει μια κρίσιμη πτυχή της μαρξιστικής ανάλυσης, όπως αυτή αναπτύσσεται κυρίως στο Κεφάλαιο, και ειδικότερα αναφέρεται στη διάκριση μεταξύ παραγωγικής και αντιπαραγωγικής εργασίας, την έννοια της υπεραξίας και τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας. Ας δούμε συνοπτικά γιατί, σύμφωνα με τον Μαρξ, η επικράτηση κλάδων τελικής κατανάλωσης (τουρισμός, εστίαση, βραχυχρόνιες μισθώσεις κλπ) και παρασιτικών εισοδημάτων (influencers, content creators κλπ) γεννά φτώχεια και εμποδίζει την παραγωγική ανάπτυξη, ειδικά σε μια χώρα όπως η Ελλάδα.

Η διάκριση παραγωγικής και αντιπαραγωγικής εργασίας
Για τον Μαρξ, παραγωγική εργασία είναι αυτή που παράγει υπεραξία για το κεφάλαιο – δηλαδή, που δημιουργεί αξία πέρα από την αξία της ίδιας της εργατικής δύναμης. «Εφόσον ο άμεσος σκοπός και το πραγματικό προϊόν της καπιταλιστικής παραγωγής είναι η υπεραξία, μόνο εκείνη η εργασία είναι παραγωγική… που παράγει άμεσα υπεραξία… Εκείνος ο εργάτης είναι παραγωγικός που εκτελεί παραγωγική εργασία, και εκείνη η εργασία είναι παραγωγική που δημιουργεί άμεσα υπεραξία, δηλαδή ανατιμά το κεφάλαιο.»
Η παραγωγική εργασία συναντάται κυρίως στη βιομηχανία, στη γεωργία, στις μεταφορές στο βαθμό που εντάσσονται στην παραγωγή υλικών αγαθών κλπ. Αντίθετα, η εργασία στην εστίαση, τον τουρισμό ή την ψυχαγωγία είναι ως επί το πλείστον αντιπαραγωγική: εξυπηρετεί την κυκλοφορία ή την κατανάλωση του προϊόντος, αλλά δεν δημιουργεί νέα υπεραξία. Μάλιστα, τα έσοδα αυτών των κλάδων προέρχονται από την αναδιανομή της υπάρχουσας υπεραξίας που παράχθηκε αλλού (όπως για παράδειγμα στη βιομηχανία).
Όταν μια καπιταλιστική οικονομία με στρεβλή ανάπτυξη όπως η ελληνική, στρέφεται υπέρμετρα σε τέτοιους κλάδους, τότε η εργασία παύει να είναι πηγή πραγματικού πλούτου (υπεραξίας) και μετατρέπεται σε εξυπηρέτηση της κυκλοφορίας χρήματος ή σε προσωπικές υπηρεσίες. Χωρίς παραγωγή νέας υπεραξίας, το σύστημα δεν μπορεί να αναπαράγει τον κοινωνικό πλούτο μακροπρόθεσμα – οδηγείται σε στασιμότητα και εξάρτηση.
Η περίπτωση της τουριστικής εκμετάλλευσης κατοικιών (π.χ. βραχυχρόνια μίσθωση)
Εδώ έχουμε ένα φαινόμενο που δεν είναι καν αντιπαραγωγική εργασία με τη στενή έννοια, αλλά πρόσοδος. Ο Μαρξ στον Γ’ τόμο του Κεφαλαίου αναλύει τη γαιοπροσόδο: η ιδιοκτησία γης (ή κατοικίας) επιτρέπει στον ιδιοκτήτη να εισπράττει ένα εισόδημα χωρίς να μεσολαβεί καμία παραγωγική διαδικασία. Στη σύγχρονη εκδοχή, η βραχυχρόνια μίσθωση μέσω ψηφιακών πλατφορμών αποτελεί μια μορφή μισθοπροσόδου: ο κάτοχος του ακινήτου αποσπά ένα τμήμα του εισοδήματος των τουριστών, το οποίο προέρχεται από υπεραξία που παράχθηκε σε άλλες περιοχές, άλλες χώρες ή άλλους τομείς.
Οι συνέπειες αυτής της προσόδου είναι:
• Η αύξηση των ενοικίων και η όξυνση του στεγαστικού προβλήματος. Οι κατοικίες αποσύρονται από την παραγωγική αναπαραγωγή της εργατικής τάξης (μακροχρόνια μίσθωση) και μετατρέπονται σε τουριστικά καταλύματα. Οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να πληρώνουν υψηλότερα ενοίκια, μειώνοντας την πραγματική αμοιβή της εργασίας τους.
• Μη παραγωγική κατεύθυνση κεφαλαίου. Επενδύσεις που θα μπορούσαν να πάνε στην βιομηχανία, την ανάπτυξη της τεχνολογίας, τις υποδομές, κατευθύνονται σε αγορά ακινήτων για τουριστική εκμετάλλευση. Αυτό δεν αυξάνει την παραγωγική βάση της χώρας, άρα δεν δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας με υψηλή προστιθέμενη αξία.
Η περίπτωση του τουρισμού και της εστίασης ως «μαζική εξυπηρέτηση»
Ο Μαρξ δεν αγνοεί ότι οι υπηρεσίες έχουν χρηστική αξία, αλλά τονίζει ότι δεν παράγουν υπεραξία για το συνολικό κεφάλαιο – συντηρούνται από την υπεραξία που παράγεται στη βιομηχανία. Σε μια χώρα χωρίς ισχυρό βιομηχανικό τομέα (όπως η Ελλάδα μετά τη διαδικασία απεντατικοποίησης), η υπερτροφία του τουρισμού οδηγεί σε εποχική ανεργία και επισφαλείς θέσεις με χαμηλόμισθες, ευέλικτες συμβάσεις, και ανασφάλιστους.
Οδηγεί σε εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες όπως είναι οι οικονομικές κρίσεις, η πανδημία, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις. Οδηγεί σε μεταφορά της υπεραξίας στο εξωτερικό με τους ταξιδιωτικούς οργανισμούς (tour operators), τις αεροπορικές εταιρείες, τις πλατφόρμες κρατήσεων, χωρίς ισότιμη ανταπόδοση.
Οι «ινφλουένσερς» και οι «κόντεντ κριέιτορς» ως παρασιτικές μορφές εισοδήματος
Αυτή είναι μια εκδοχή αυτού που ο Μαρξ, ακολουθώντας τον Σαρλ Φουριέ (François Marie Charles Fourier, 7/4/1772-10/10/1837), αποκαλούσε «παρασιτική εργασία» (travail parasite) ή, σταδιακά, διανοητική γαιοπροσόδος. Οι ιντερνετικές πλατφόρμες (YouTube, TikTok, Instagram κλπ) λειτουργούν σαν νέοι φεουδάρχες: εισπράττουν υπεραξία από τη διαφήμιση και δίνουν ένα μικροσκοπικό τμήμα στους δημιουργούς περιεχομένου. Η δουλειά του ινφλουένσερ δεν παράγει κανένα υλικό προϊόν, ούτε δημιουργεί πλούτο – απλώς δημιουργεί προσοχή που μεταπωλείται σε διαφημιστές. Ουσιαστικά, πρόκειται για μία μορφή εμπορευματοποίησης της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης.
Σύμφωνα με την μαρξιστική ανάλυση, όταν ένα μικρό ή μεγάλο μέρος του ενεργού πληθυσμού στρέφεται σε τέτοιες δραστηριότητες, συμβαίνουν τα εξής:
• Υποβάθμιση της εργατικής δύναμης. Δημιουργείται εξειδίκευση που δεν είναι μεταβιβάσιμη σε παραγωγικές διαδικασίες.
• Δημιουργία ψευδαίσθησης εισοδήματος χωρίς παραγωγή αξίας: τα έσοδα αυτά προέρχονται είτε από διαφήμιση, δηλαδή από υπεραξία που παράχθηκε αλλού είτε από απευθείας χορηγίες, που είναι μεταφορά από τις τσέπες των καταναλωτών χωρίς αντιπαροχή υλικού αγαθού.
• Ενίσχυση της μονοπωλιακής συγκέντρωσης (λίγες ψηφιακές πλατφόρμες ελέγχουν την πρόσβαση στο κοινό), δηλαδή βαθμιαία ανάπτυξη μιας νέας μορφής αντιπαραγωγικού κεφαλαίου.
Ας δούμε όμως γιατί γεννά φτώχεια αντί για πλούτο;
Μια απάντηση από μαρξιστική σκοπιά θα μπορούσε να συνοψισθεί στα παρακάτω:
Πλούτος για τον Μαρξ είναι η ικανότητα παραγωγής χρήσιμων αντικειμένων με ελάχιστη κοινωνικά αναγκαία εργασία. Αυτό προϋποθέτει ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στην τεχνολογία, στην βιομηχανία, στη γεωργία κ.α.
Όταν κυριαρχούν αντιπαραγωγικές δραστηριότητες, η κοινωνία δεν επενδύει στις παραγωγικές δυνάμεις. Το αποτέλεσμα είναι αρπακτική οικονομία (rent-seeking), όπου το εισόδημα προέρχεται από ανακατανομή υπάρχοντος πλούτου, όχι από δημιουργία νέου.
Οι μισθοί πιέζονται προς τα κάτω, οι εργαζόμενοι ωθούνται στην επισφάλεια, ενώ ένα μικρό τμήμα ιδιοκτητών ακινήτων, μέσων παραγωγής ψηφιακών πλατφορμών αποσπά υπερβάλλοντα κέρδη. Η πόλωση πλούτου-φτώχειας εντείνεται σημαντικά με αποτέλεσμα ολοένα και περισσότερα λαϊκά στρώματα να οδηγούνται στην φτωχοποίηση και την εξαθλίωση.
Το ειδικό πρόβλημα για την Ελλάδα
Η Ελλάδα αποβιομηχανοποιήθηκε κυρίως μετά τη μεταπολίτευση με την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) που μετονομάστηκε στη συνέχεια σε Ευρωπαϊκή Ένωση και ραγδαίως μετά τα μνημόνια. Η στροφή στον τουρισμό και τις υπηρεσίες ήταν μια επιλεγμένη ευρωπαϊκή στρατηγική εξάρτησης, που ακολούθησαν δουλικά οι κυβερνήσεις της δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας: αντί να αναπτύξει την βαριά βιομηχανία, την υψηλή τεχνολογία, την γεωργία και τη αλιεία, η χώρα μετατράπηκε σε ένα είδος «φεουδαρχικού πάρκου» για ξένους επισκέπτες, σε μια χώρα ατέλειωτων γκαρσονιών…
Σήμερα, η επικράτηση των παρασιτικών κλάδων σημαίνει απώλεια ελέγχου της εθνικής οικονομίας γιατί η υπεραξία φεύγει στο εξωτερικό, τεράστιο έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου γιατί δεν παράγουμε όσα καταναλώνουμε σε υλικά αγαθά, υποβάθμιση της εργασίας γιατί οι νέοι θέλουν να γίνουν ινφλουένσερς, όχι μηχανικοί, γεωργοί ή τεχνίτες –αλλά οι λίγοι που πετυχαίνουν κερδίζουν από μια «φούσκα» που σκάει μόλις αλλάξει ο αλγόριθμος. Και βέβαια σημαίνει στεγαστική κρίση που γεννά νέες μορφές εξαθλίωσης όπως η αδυναμία πρόσβασης σε στέγη για τους νέους, εργαζόμενους-δούλους στον τουρισμό κλπ.
Σύμφωνα με την μαρξιστική ανάλυση, η ανάπτυξη μιας καπιταλιστικής οικονομίας δεν μπορεί να βασίζεται για πολύ σε αντιπαραγωγικές δραστηριότητες και προσόδους. Όταν συμβαίνει αυτό, το σύστημα μετατρέπεται σε ένα παρασιτικό κύκλωμα που αντλεί πλούτο από το παρελθόν, από συσσωρευμένη υπεραξία άλλων χωρών ή άλλων εποχών. Στην Ελλάδα, η κατάληξη είναι αυτή που βιώνει η πλειονότητα των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων: υψηλή ανεργία, εκτεταμένη επισφάλεια, κατάργηση δικαιωμάτων και κοινωνικών παροχών, φυγή νέων στο εξωτερικό, ερήμωση της περιφέρειας, καταστροφική εξάρτηση από τον τουρισμό. Η πραγματική παραγωγική ανάπτυξη –που για τον Μαρξ σημαίνει ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και ταυτόχρονη ανατροπή των σχέσεων εκμετάλλευσης– δεν μπορεί να έρθει από την ενίσχυση αυτών των κλάδων, αλλά από την εκβιομηχάνιση, την τεχνολογική αναβάθμιση της παραγωγής και τη συνειδητή στροφή στην παραγωγή χρήσιμων αξιών υπό κοινωνικό έλεγχο.
Η ερώτηση γιατί αυτή η επικράτηση αντιπαραγωγικής εργασίας γεννά ολοένα και μεγαλύτερη φτώχεια, φέρνει στο φως την καρδιά της μαρξιστικής διαλεκτικής. Το προηγούμενο σκεπτικό εξηγεί γιατί οι δραστηριότητες αυτές είναι αντιπαραγωγικές. Τώρα θα δούμε τον μηχανισμό μέσω του οποίου η επικράτησή τους παράγει ολοένα και μεγαλύτερη φτώχεια, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο οικονομικής παρακμής.
Η βασική απάντηση βρίσκεται σε μια θεμελιώδη αντίφαση: Η αντιπαραγωγική εργασία δεν μπορεί να αναπαράγει ούτε τον εαυτό της ούτε το κοινωνικό κεφάλαιο που τη συντηρεί. Ζει ως παράσιτο και, αν γίνει κυρίαρχη, σκοτώνει τον ξενιστή της.
Ας αναλύσουμε απλά τον μηχανισμό σε τέσσερα διαδοχικά, διαλεκτικά βήματα, που εξηγούν γιατί η φτώχεια δεν είναι απλά υπάρχουσα, αλλά διογκούμενη.
Ο φαύλος κύκλος της μη-συσσώρευσης. Για τον Μαρξ, η κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού είναι η συσσώρευση του κεφαλαίου: η μετατροπή της υπεραξίας ξανά σε κεφάλαιο (με νέα μηχανήματα, νέες τεχνολογίες κλπ) για να παραχθεί ακόμη περισσότερη υπεραξία. Αυτό αυξάνει την παραγωγικότητα και δημιουργεί, έστω και αντιφατικά, τη βάση για τον κοινωνικό πλούτο.
Στην παραγωγική οικονομία το κεφάλαιο επενδύει σε μηχανές, τεχνολογία και έρευνα. Η υπεραξία αναπαράγεται και μεγεθύνεται. Υπάρχει μια βάση πάνω στην οποία μπορούν να συντηρηθούν και αντιπαραγωγικοί τομείς.
Στην κυρίαρχη αντιπαραγωγική οικονομία, όπως αυτή της Ελλάδας σήμερα, το κεφάλαιο επενδύει σε ακίνητα για βραχυχρόνια μίσθωση (Airbnb), σε μπαρ, σε παροχή υπηρεσιών σε τουρίστες, σε ρούχα και εξοπλισμό για ινφλουένσερς και κόντεντ κριέιτορς. Αυτές οι επενδύσεις δεν παράγουν νέα υπεραξία, απλώς διεκδικούν ένα κομμάτι από την υπάρχουσα. Δεν υπάρχει συσσώρευση. Ο πλούτος (το χρήμα) απλώς κυκλοφορεί και συγκεντρώνεται σε λίγους ιδιοκτήτες ακινήτων και ψηφιακών πλατφορμών. Όταν αυτός ο πλούτος εξαντληθεί ή φύγει στο εξωτερικό, δεν υπάρχει μηχανισμός να τον αντικαταστήσει. Το σύστημα τρώει τα σπλάχνα του…
Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι η πίτα του εθνικού εισοδήματος να μην μεγαλώνει. Απλώς ανακατανέμεται σε λίγους προς τα πάνω και προς τα έξω. Όταν η πίτα σταματά να μεγαλώνει, η μάχη για το κάθε κομμάτι της γίνεται σκληρότερη και οι αδύναμοι της κοινωνίας (εργαζόμενοι, νέοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, μετανάστες) παίρνουν ολοένα και μικρότερο ψίχουλο, άρα απολαμβάνουν μεγαλύτερη φτώχεια.
Η πίεση στους μισθούς και η δημιουργία εφεδρικού στρατού. Οι αντιπαραγωγικοί κλάδοι (όπως ο τουρισμός, η εστίαση, οι δημιουργοί περιεχομένου κ.α.π.) έχουν πολύ χαμηλά εμπόδια εισόδου. Δεν απαιτούν πολυετή εκπαίδευση ή κεφάλαιο ίδρυσης και λειτουργίας. Ως αποτέλεσμα, δημιουργούν μια τεράστια εφεδρική στρατιά εργασίας –μια διαρκή προσφορά εργαζομένων έτοιμων να δουλέψουν για όσο λίγο τους δώσουν. Στη βιομηχανία, ένας εργάτης έχει δύναμη διαπραγμάτευσης, γιατί η παραγωγή χρειάζεται εξειδίκευση.
Στην εστίαση ή στο να γίνεις ινφλουένσερ, μπορεί να σε αντικαταστήσει ο οποιοσδήποτε αύριο χωρίς κόστος. Οι πλατφόρμες μέσω των αλγορίθμων και οι εργοδότες το εκμεταλλεύονται αυτό πλήρως με τις συμβάσεις μερικής απασχόλησης, τους ανασφάλιστους εργαζόμενους, τις απλήρωτες υπερωρίες, τις συμβάσεις έργου. Οι μισθοί πέφτουν στον πάτο.
Ποιο είναι το αποτέλεσμα όλης αυτής της κατάστασης; Ακόμα κι αν κάποιος δουλεύει, ο μισθός του είναι συχνά κάτω από το όριο της φτώχειας. Χρειάζεται να δουλεύει δυο-τρεις δουλειές για να ανταπεξέλθει στα στοιχειώδη έξοδα διαβίωσης ή να στηρίζεται στην οικογένεια ή να μπαίνει σε υπερχρέωση. Η φτώχεια δεν είναι ανεργία, είναι επισφάλεια και υπερεκμετάλλευση.
Στην περίπτωση της κατοικίας έχουμε καταστροφή της βάσης της τοπικής οικονομίας. Αυτό είναι το πιο απτό παράδειγμα του γιατί η φτώχεια διογκώνεται. Όταν η κατοικία μετατρέπεται από αγαθό, που καλύπτει την ανάγκη για στέγη, σε εμπόρευμα για τουριστική εκμετάλλευση (Airbnb), ανεβαίνουν τα ενοίκια και οι τιμές πώλησης κατοικιών παντού. Ο νέος, ο εργαζόμενος, η οικογένεια δεν μπορούν να πληρώσουν. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγαλύτερο ποσοστό του ήδη χαμηλού μισθού τους πάει σε έναν ιδιοκτήτη ακινήτου. Τους μένουν λιγότερα χρήματα για φαγητό, ρεύμα, υγεία, παιδεία. Ταυτόχρονα, τα μαγαζιά που εξυπηρετούσαν τις γειτονιές (φούρνοι, μπακάλικα, κουρεία, μικροεπισκευές κ.α.π.) κλείνουν, γιατί αντικαθίστανται από τουριστικά μαγαζιά (ψησταριές, καφετέριες, μπαράκια, τουριστικά είδη, ενοικιαζόμενα κλπ). Η μικρή παραγωγική επιχειρηματικότητα της γειτονιάς πεθαίνει με γρήγορους ρυθμούς.
Σαν αποτέλεσμα έχουμε δύο μετρήσιμες φτώχειες. Την φτώχεια στέγασης (οξυμένο στεγαστικό πρόβλημα) και την φτώχεια της καθημερινότητας (τα έξοδα διαβίωσης αυξάνονται, οι τοπικές αγορές καταστρέφονται).Η διαδικασία είναι αυτοτροφοδοτούμενη: όσο περισσότεροι νέοι στεγάζονται με δυσκολία, τόσο μεγαλύτερο τμήμα του εισοδήματός τους πάει σε ενοίκιο, τόσο πιο φτωχοί γίνονται, τόσο περισσότερο εξαθλιώνεται η τοπική οικονομική ζωή και η τοπική κοινωνία.
Η «παγίδα» των ινφλουένσερς και του «ψηφιακού πλούτου». Οι ινφλουένσερς δεν είναι μια αθώα νέα οικονομία. Αποτελούν την κορύφωση της παρασιτικής λογικής. Το εισόδημά τους προέρχεται από διαφημίσεις (δηλαδή από υπεραξία που παρήχθη σε μια βιομηχανία της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Κίνας ή των ΗΠΑ) ή από άμεση πληρωμή των ακολούθων (followers) με το κόλπο των «συνδρομητών» για να έχουν πρόσβαση σε «αποκλειστικό» περιεχόμενο, δηλαδή μεταφορά μισθών που είναι ήδη χαμηλοί.
Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο αυτό. Η ύπαρξή τους δημιουργεί ένα μιμητικό φαινόμενο. Χιλιάδες νέοι εθίζονται στην ψευδαίσθηση του εύκολου πλούτου και εγκαταλείπουν την εκπαίδευση, την τεχνική κατάρτιση, την προσπάθεια να γίνουν κάτι χρήσιμο και παραγωγικό. Πετούν τα χρόνια τους, τη δημιουργικότητά τους σε ένα αυτοκαταστροφικό παιχνίδι με μηδενικό άθροισμα. Κι αυτό γιατί για κάθε έναν που «πετυχαίνει», τουλάχιστον ένα εκατομμύριο άλλοι αποτυγχάνουν, χάνουν χρόνο, χρήματα και αυτοεκτίμηση.
Ακόμη η παγίδα των ινφλουένσερς αποσυντονίζει την οικονομία: Οι επενδύσεις δεν πάνε σε παραγωγή, αλλά σε ψηφιακές πλατφόρμες, διαφημίσεις και προσωπικό μπράντινγκ (branding) –δραστηριότητες που, όπως και η γαιοπροσόδος, απομυζούν αξία χωρίς να δημιουργούν νέα.
Αποτέλεσμα αυτής της παγίδας είναι η νέα γενιά να εκπαιδεύεται (ουσιαστικά να μην-εκπαιδεύεται) για να είναι φτωχοί υπάλληλοι μιας ψηφιακής φεουδαρχίας, ενώ ταυτόχρονα η παραγωγική βάση της χώρας καταρρέει. Η φτώχεια γίνεται δομική, διαγενεακή και μεγαλώνει.
Για τον Μαρξ η καπιταλιστική ανάπτυξη περιέχει μια εγγενή τάση προς την κρίση. Στην παραγωγική της μορφή, αυτή η κρίση εκδηλώνεται ως υπερπαραγωγή. Στην αντιπαραγωγική, παρασιτική της μορφή, η κρίση εκδηλώνεται ως υπερ-αναδιανομή της φτώχειας ως ακολούθως:
Στην αρχική κατάσταση υπάρχει η μικρή βιομηχανία και ο τουρισμός. Η φτώχεια είναι υπαρκτή, αλλά υπάρχει και μια μεσαία τάξη.
Στη συνέχεια έχουμε την επικράτηση τουριστικής κεφαλαιοκρατίας. Οι επενδύσεις φεύγουν από την παραγωγή. Τα ενοίκια εκτοξεύονται. Οι μισθοί πέφτουν λόγω του «εφεδρικού στρατού». Η βραχυχρόνια μίσθωση σαρώνει τις γειτονιές. Οι ινφλουένσερς και οι κόντεντ κριέϊτορς τυφλώνουν με τη «δόξα» και τον πλούτο τους νέους.
Ακολουθεί η επιδείνωση και η αύξηση της φτώχειας. Οι μισθοί συρρικνώνονται περαιτέρω από το κόστος στέγασης. Η ανεργία και η υποαπασχόληση εκτοξεύονται. Η μεσαία τάξη εξαφανίζεται και με γρήγορους ρυθμούς φτωχοποιείται. Το αστικό κράτος χάνει έσοδα λόγω της ανασφάλιστης εργασίας και δεν μπορεί (αλλά και δεν θέλει) να στηρίξει τους φτωχούς και τους νεόπτωχους.
Το επόμενο στάδιο είναι η οριστική εξαθλίωση. Η χώρα μετατρέπεται σε ένα ανοιχτό «πάρκο» για ξένους επισκέπτες, όπου οι ίδιοι οι κάτοικοι δεν μπορούν να ζήσουν (παραδείγματα αποτελούν το ιστορικό κέντρο των Αθηνών, τα νησιά κλπ). Η φτώχεια γίνεται ο κανόνας και μαστίζει τις μεγάλες λαϊκές μάζες.
Οπότε αντιλαμβανόμαστε ότι η αντιπαραγωγική οικονομία δεν παράγει νέο πλούτο, αλλά απαιτεί ολοένα μεγαλύτερη κατανάλωση του υπάρχοντος κοινωνικού κεφαλαίου, από κατοικίες μέχρι ανθρώπινες σχέσεις. Όσο περισσότερο επικρατεί, τόσο πιο γρήγορα εξαντλεί την πηγή της –τον ίδιο τον κοινωνικό ιστό και την εργασιακή δύναμη– δημιουργώντας μια σπείρα κατάρρευσης. Αυτό απαντά στο γιατί η φτώχεια δεν είναι στατική, αλλά εκθετικά διογκούμενη σε ένα τέτοιο σαθρό καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο.
Με βάση τη μαρξιστική ανάλυση,το ηθικό αντίκτυπο μιας τέτοιας οικονομικής δομής στον πληθυσμό δεν είναι απλά μια παρενέργεια, αλλά ένα συστατικό και αναγκαίο προϊόν της ίδιας της διαδικασίας παραγωγής φτώχειας. Ο Μαρξ δεν μιλούσε για ηθική με την έννοια της ατομικής καλοσύνης, αλλά για την ηθική φθορά που επιβάλλει το κεφάλαιο μέσα από τις ίδιες τις υλικές συνθήκες ζωής.
Ας δούμε συνοπτικά αυτές τις ηθικές συνέπειες, που λειτουργούν σαν ένα δηλητήριο που κυκλοφορεί στο αίμα της κοινωνίας:
Ατομικοποίηση και καταστροφή της συλλογικότητας (Αλλοτρίωση 2.0). Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο περιγράφει την αλλοτρίωση του εργάτη από το προϊόν της εργασίας του. Στο σημερινό μοντέλο, η αλλοτρίωση γίνεται πιο ύπουλη.
Ο ανταγωνισμός αντικαθιστά την αλληλεγγύη. Στον τουρισμό, δύο σερβιτόροι είναι εχθροί για μια καλύτερη βάρδια. Στις ψηφιακές πλατφόρμες (Uber, airbnb, instagram κλπ), ο καθένας είναι μόνος του απέναντι στον αλγόριθμο. Δεν υπάρχει «συνάδελφος», υπάρχει «αντίπαλος».
Κατάρρευση των κοινοτήτων. Η γειτονιά που μετατρέπεται σε τουριστικό θέρετρο χάνει τον κοινωνικό της ιστό. Ο ιδιοκτήτης του σούπερ μάρκετ ξέρει τον πελάτη του; Το παιδί παίζει στην πλατεία ή περνάει ανάμεσα από σταθμευμένα οχήματα; Η ηθική της αλληλοβοήθειας και της εμπιστοσύνης αντικαθίσταται από την εμπορευματική σχέση.
Το ηθικό αποτέλεσμα είναι η μοναξιά, η κατάθλιψη και η εχθρότητα. Ο πληθυσμός μαθαίνει να βλέπει τον άλλον όχι ως συμπαίκτη ή γείτονα, αλλά ως πιθανό πελάτη ή ανταγωνιστή. Η ηθική βάση της κοινωνίας, ο «κοινωνικός ιστός», αποσαθρώνεται.
Η υποκρισία και η θεατρικότητα ως τρόπος ζωής. (Η ανήθικη ηθική του ινφλουένσερ)
Το φαινόμενο των ινφλουένσερς και της εμπορευματοποίησης της προσωπικής ζωής παράγει μια συγκεκριμένη ηθική παρακμή. Έτσι έχουμε την πώληση της ψευδαίσθησης. Η ζωή γίνεται ένα διαρκές «ποστ». Το φαγητό φωτογραφίζεται πριν φαγωθεί. Το ρούχο «κοινοποιείται» πριν φορεθεί. Το ταξίδι καταγράφεται όχι για να το ζήσεις, αλλά για να το πουλήσεις. Η αυθεντικότητα πεθαίνει. Η χαρά γίνεται επιτέλεση, διεκπεραίωση.
Επίσης έχουμε την ενοποίηση της διαφήμισης με την ύπαρξη. Δεν είναι απλά ότι κάποιος λέει ψέματα για ένα προϊόν για να κερδίσει κάποια ψίχουλα. Είναι ότι ο ίδιος γίνεται το προϊόν. Η φιλία, η ομορφιά, η ευτυχία, ακόμα και η υποτιθέμενη «αυθεντικότητα» είναι απλώς εργαλεία για να προσελκύσουν θεάσεις (views) και «μου αρέσει» (like). Αυτό οδηγεί σε μια βαθιά σχάση μεταξύ της εσωτερικής αλήθειας και της εξωτερικής εικόνας.
Το ηθικό αποτέλεσμα είναι ο ναρκισσισμός και ο κυνισμός. Ιδιαίτερα στους νέους, εσωτερικεύεται η ιδέα ότι η αξία σου είναι η εικόνα σου, η δημοτικότητά σου, ο αριθμός των λάικς που συγκεντρώνεις. Όταν αποτυγχάνεις (πράγμα συνηθισμένο σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος), νιώθεις απόλυτη ανυπαρξία. Η κατάθλιψη, το άγχος και οι τάσεις αυτοκτονίας αυξάνονται.
Η ρευστοποίηση της Ηθικής. Όλα γίνονται «τίμημα». Στην παρασιτική οικονομία, η παλιά ηθική σταθερότητα (η υπόσχεση, η τιμή, ο λόγος) υπονομεύεται, γιατί όλα είναι διαπραγματεύσιμα, όλα έχουν μια τιμή. Όλα μετατρέπονται σε ένα μάρκετινγκ χουκ (marketing hook)· η πρώτη πρόταση, η πρώτη εικόνα ή τα πρώτα δευτερόλεπτα ενός βίντεο που χρησιμοποιούνται για να τραβήξουν αμέσως την προσοχή του κοινού. Στόχος είναι να σταματήσει ο θεατής την κύλιση (scrolling), να νιώσει περιέργεια και να διαβάσει ή να παρακολουθήσει το υπόλοιπο περιεχόμενο.
Η στέγη γίνεται airbnb. Το σπίτι δεν είναι πια ο χώρος της οικογένειας, η βάση για το μεγάλωμα των παιδιών. Είναι ένα περιουσιακό στοιχείο. Η έννοια του «σπιτιού» ως ηθική αξία εξαφανίζεται. Αυτό μεταφράζεται σε ενοίκιο που εκτοξεύεται και σε γονείς που δεν μπορούν να στεγάσουν τα παιδιά τους.
Η εργασία γίνεται απασχόληση. Δεν υπάρχει μονιμότητα, δεν υπάρχει προοπτική, δεν υπάρχει «δικαίωμα στην τεμπελιά» ή την ξεκούραση. Είσαι πάντα μόνον ένα βήμα μακριά από την αντικατάσταση. Η ηθική της αξιοπρέπειας της εργασίας αντικαθίσταται από την ηθική της απόλυτης διαθεσιμότητας και ευελιξίας.
Το ηθικό αποτέλεσμα που κυριαρχεί, η ανασφάλεια και η απανθρωποποίηση. Ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο με ανάγκες, αλλά ως πόρος ή εμπόδιο. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, στον εργοδότη, στους συναδέλφους, ακόμα και στον εαυτό, διαβρώνεται πλήρως.
Η δημιουργία μιας νέας ηθικής «βαθμίδας» — δουλοπρέπεια και παρασιτισμός. Αυτό είναι το πιο ύπουλο ηθικό αποτέλεσμα. Η κοινωνία διασπάται σε δύο ηθικά στρατόπεδα, και τα δύο αφύσικα:
Η ηθική του δούλου. Ο εργαζόμενος στην εστίαση, ο κούριερ, ο οδηγός ταξί, ο καθαριστής στο airbnb. Μαθαίνει ότι επιβιώνει μόνο με το «ναι» χωρίς όρια. Δεν έχει το ηθικό δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί γιατί η δουλειά του είναι επισφαλής. Υιοθετεί μια στάση χαμηλής υπόκλισης. Η αξιοπρέπεια γίνεται πολυτέλεια.
Η ηθική του παράσιτου. Ο ιδιοκτήτης airbnb με δέκα διαμερίσματα, ο ινφλουένσερ που πουλάει αποτυχημένα προγράμματα επιτυχίας, ο επιχειρηματίας που εκμεταλλεύεται την επισφάλεια. Αυτοί υιοθετούν μια ηθική κυνικής υπεροχής. Δεν παράγουν τίποτα, αλλά νιώθουν ανώτεροι. Δικαιολογούν την ύπαρξή τους με τον αριθμό των ακινήτων ή των λάικς. Δεν έχουν καμία ηθική δέσμευση απέναντι στην κοινωνία, γιατί δεν τη χρειάζονται – εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες της.
Αναμενόμενο ηθικό αποτέλεσμα η διχασμένη, ταξική ηθική. Από τη μια, η ηθική του φόβου και της υποταγής. Από την άλλη, η ηθική της αλαζονείας και της εκμετάλλευσης. Η κοινωνία χάνει την κοινή ηθική βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε να οικοδομηθεί μια συλλογική διεκδίκηση για μια καλύτερη ζωή.
Η απώλεια νοήματος και το υπαρξιακό κενό. Για τον Μαρξ, ο άνθρωπος αυτοπραγματώνεται μέσα από την παραγωγική, δημιουργική του δράση. Ακόμα και η σκληρή εργασία στο εργοστάσιο είχε ένα νόημα: παρήγαγες ένα χρήσιμο πράγμα.
Στην οικονομία της ψηφιακής εικόνας και της εξυπηρέτησης τι παράγεις; Τι παράγεις όταν σερβίρεις ένα ποτό σε έναν μεθυσμένο τουρίστα; Τίποτα που να μένει. Τι παράγεις όταν ανεβάζεις ένα βίντεο στο τικ τοκ; Μια παροδική διέγερση. Τι παράγεις όταν έχεις 15 μικρά διαμερίσματα airbnb; Χρήμα (μαύρο τις περισσότερες φορές), τίποτα παραπάνω.
Αυτή η αδυναμία παραγωγής αντικειμένων ή υπηρεσιών με διαρκή χρηστική αξία οδηγεί σε μια συλλογική απώλεια νοήματος. Ο άνθρωπος δεν βλέπει το αποτέλεσμα της δράσης του. Η ζωή του γίνεται μια κενή ρουτίνα γύρω από το χρήμα. Η κατάθλιψη, η χρήση ουσιών, η βία ως μια απελπισμένη αναζήτηση ελέγχου, είναι οι συχνές εκδηλώσεις αυτής της κενής ζωής.
Η ηθική κατάρρευση ως κορύφωση της φτώχειας. Η ηθική φθορά δεν είναι απλά «κρίμα» ή «κακό», αλλά το απαραίτητο υποκειμενικό συμπλήρωμα της αντικειμενικής φτώχειας. Για να αντέξει ο άνθρωπος τη ζωή σε ένα σύστημα που τον φτωχαίνει, τον απομονώνει, τον μετατρέπει σε ανταγωνιστή και τον αποστερεί από κάθε νόημα, πρέπει να μεταμορφωθεί η ίδια του η ψυχή. Πρέπει να γίνει κυνικός, ναρκισσιστής, φοβικός, υποτακτικός.
Το τελικό ηθικό αντίκτυπο είναι η εξαφάνιση της ελπίδας ότι μια συλλογική, δίκαιη ζωή είναι δυνατή. Ο πληθυσμός δεν αντιδρά, βυθίζεται στην απάθεια, στην παραίτηση, γίνεται φανατικός θιασώτης της ίδιας του της εκμετάλλευσης, όπως για παράδειγμα οι χιλιάδες νέοι που ονειρεύονται να γίνουν ινφλουένσερς ή βαρώνοι της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Αυτή είναι η απόλυτη ηθική τραγωδία που γεννά ένα τέτοιο παρασιτικό μοντέλο ανάπτυξης.
Η Ελλάδα, με την πλούσια ιστορία εργατικών αγώνων και συνεταιρισμών, έχει βιώσιμες ρίζες για μια νέα προοπτική. Το ερώτημα είναι αν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και οι απασχολήσιμοι στον τουρισμό, τις ψηφιακές πλατφόρμες και την εστίαση θα αναγνωρίσουν ότι η φτώχεια τους δεν είναι ατύχημα, αλλά δομικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης –και ότι η έξοδος από την εξαθλίωση προϋποθέτει την ανατροπή του, όχι την προσαρμογή σε αυτό.
Τι μπορούμε να διαβάσουμε σχετικά:
■ Παραγωγική – αντιπαραγωγική εργασία. Αυτή είναι η θεμελιώδης διάκριση για την κατανόηση τού γιατί η εργασία στον τουρισμό, την εστίαση ή ως δημιουργός ψηφιακού περιεχομένου δεν δημιουργεί νέο πλούτο (υπεραξία) από τη σκοπιά του κεφαλαίου, αλλά απλώς αναδιανέμει τον υπάρχοντα. Ο Μαρξ ασχολήθηκε εκτενέστερα με το θέμα παραγωγική – αντιπαραγωγική εργασία στα «Οικονομικά Χειρόγραφα» του 1861-63, αρχικά στο κεφάλαιο «Θεωρίες της Υπεραξίας» στο πλαίσιο της ανάλυσής του για την αστική πολιτική οικονομία και στη συνέχεια στο τμήμα του χειρογράφου που αφορούσε τη σχετική υπεραξία. «Αποτελέσματα της Άμεσης Παραγωγικής Διαδικασίας». (1864)
■ Ο Μαρξ περιγράφει λεπτομερώς στο έργο του Το Κεφάλαιο, Τόμος Ι (1867) πώς το ίδιο το σύστημα δημιουργεί έναν «εφεδρικό βιομηχανικό στρατό» ανέργων και υποαπασχολούμενων, που κρατά τους μισθούς χαμηλά.
■ Η ψευδαίσθηση της αγοράς και η διάλυση του εισοδήματος είναι κρίσιμο για να καταρρίψει την ιδέα ότι ο τουρισμός ή οι υπηρεσίες είναι «αυτοτελείς πηγές εισοδήματος». Ο Μαρξ εξηγεί ότι το εισόδημα των αντιπαραγωγικών κλάδων προέρχεται από την αναδιανομή της υπεραξίας που παράγεται αλλού. Το Κεφάλαιο, Τόμος ΙΙΙ, Μέρος VII, Τα έσοδα και οι πηγές τους, Κεφάλαιο 50. Οι ψευδαισθήσεις που δημιουργεί ο ανταγωνισμός, 1894.
■ Στα «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα» του 1844 ο Μαρξ αναφέρεται στην έννοια της αλλοτρίωσης, περιγράφει το ηθικό και ψυχολογικό αντίκτυπο: ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο της ζωής και της εργασίας του, γίνεται αντικείμενο δυνάμεων που του επιβάλλονται. Στο Κεφάλαιο, Τόμος Ι, Κεφάλαιο 1, Ενότητα 4, «Ο Φετιχισμός των Εμπορευμάτων» γράφει: «Μπροστά στα μάτια τους, η κοινωνική σχέση μεταξύ των ανθρώπων παίρνει τη μορφή μιας σχέσης μεταξύ πραγμάτων… Αυτό το ονομάζω φετιχισμό που προσκολλάται στα προϊόντα της εργασίας μόλις παραχθούν ως εμπορεύματα.»
Ακόμη γράφει στα «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα» του 1844 (Η έννοια της αλλοτριωμένης εργασίας): «Η εργασία παράγει θαύματα για τους πλούσιους, αλλά παράγει εξαθλίωση για τον εργάτη. Παράγει παλάτια, αλλά παράγει παραπήγματα για τον εργάτη. Παράγει ομορφιά, αλλά παράγει σωματική παραμόρφωση για τον εργάτη.»
■ Αν και ο Μαρξ δεν έζησε για να δει το φαινόμενο των ινφλουένσερς, η ανάλυσή του για τον πλασματικό κεφάλαιο (fictitious capital) εφαρμόζεται άψογα. Στον Τόμο ΙΙΙ του Κεφαλαίου περιγράφει πώς δημιουργείται αξία από το τίποτα (πιστώσεις, μετοχές, παράγωγα) η οποία στηρίζεται μόνο στην «εμπιστοσύνη» και τελικά καταρρέει. Το οικοσύστημα των κοινωνικών δικτύων, όπου η «αξία» ενός ινφλουένσερ μετριέται με λάικς και θεάσεις, που μετατρέπονται σε χρήμα μέσω διαφημίσεων, λειτουργεί με την ίδια λογική του πλασματικού κεφαλαίου: η αξία είναι αποκομμένη από κάθε πραγματική, υλική παραγωγή. Το Κεφάλαιο, Τόμος ΙΙΙ, Μέρος V, Η διαίρεση του κέρδους σε τόκο και επιχειρηματικό κέρδος. Το τοκοφόρο κεφάλαιο, Κεφάλαιο 32. Χρηματικό κεφάλαιο και πραγματικό κεφάλαιο. III.1894. #
