Ο σουρεαλισμός της υποτίμησης ή όταν η πολιτική γίνεται ινφλουένσερ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Υπάρχει μια βαθιά σουρεαλιστική διάσταση στο λαμπρό θέαμα που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας στην βαλκανική ελληνόφωνη αποικία. Δεν πρόκειται για μια συμβατική πολιτική είδηση, αλλά για μια εικόνα που συμπυκνώνει την παθογένεια μιας ολόκληρης εποχής κατάπτωσης στη χώρα μας. Η σημερινή κοινωνία βρίσκεται σε αναβρασμό λόγω της αγανάκτησης, της φτωχοποίησης, σαν καζάνι έτοιμο να σκάσει. Οι εργαζόμενοι καθημερινά αγκομαχούν κάτω από το ασήκωτο βάρος της ακρίβειας, της ενεργειακής κρίσης, της ανεργίας, της στυγνής εκμετάλλευσης, κάτω από το βάρος των σκανδάλων του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος και μιας γενικευμένης ανασφάλειας που διαβρώνει κάθε βεβαιότητα για το αύριο. Είναι γνωστό άλλωστε, ότι η έκρηξη ενός δοχείου υπό πίεση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη!

Ταυτόχρονα ο πλανήτης παρακολουθεί άναυδος τις πολεμικές συγκρούσεις να φουντώνουν τόσο στην περιοχή της Ευρώπης όσο και στην ευρύτερη «γειτονιά» μας. Βλέπουμε τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις να γράφουν εκ νέου τον χάρτη των συμμαχιών και την μέχρι πρότινος αδιαπραγμάτευτη αρχιτεκτονική του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος να αμφισβητείται πλέον, μέσω της ανάδυσης νέων πόλων κυριαρχίας του συστήματος.

Μέσα σε αυτό το καμίνι των αντιθέσεων, εμφανίζεται ξανά ο Αλέξης. Και το κάνει όχι με ένα επικό, λαϊκό «come back», αλλά με ένα «rebranding» με ύφος βγαλμένο από τα βαθιά νερά του διαδικτύου: υιοθετώντας μια φανέλα της Μπαρτσελόνα, πλασάροντας μια προσποιητή «τρελίτσα» και κρατώντας το αφ’ υψηλού ύφος ενός χαλαρού, εναλλακτικού, κατά βάθος αποτυχημένου ινφλουένσερ. Λες και μόλις βγήκε από ένα μίτινγκ γεμάτο οθόνες και προβολείς, όπου συνεργάτες επικοινωνίας και ίματζ μέικερς συζητούσαν τα τελευταία φόκους γκρουπ για την επανασυσκευασία και προώθηση του αποτυχημένου…

Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι αυτό το θέαμα – όσο γελοιογραφικό κι αν μοιάζει – δεν προκαλεί καμία πραγματική έκπληξη. Δεν είναι μια παραφωνία, ούτε ένα τυχαίο ολίσθημα. Αντίθετα, συνιστά την απόλυτα λογική, σχεδόν αναμενόμενη, κατάληξη ενός βαθύτατου πολιτικού, ιδεολογικού και οργανωτικού εκφυλισμού. Δεν μιλάμε μόνον για την τύχη ενός ανθρώπου, αλλά για την πορεία ενός ολόκληρου χώρου, της πρώην σοσιαλδημοκρατίας, που κάποτε ισχυριζόταν ότι εκπροσωπεί την αριστερά. Κι όχι μόνον το ισχυριζόταν, αλλά το χειρότερο είναι ότι πολύς κόσμος τους είχε πιστέψει. Το σημερινό, υπερτονισμένα «κουλ», υπερκομματικό και «μετα-ιδεολογικό» προσωπείο του Αλέξη δεν έπεσε από τον ουρανό ένα βράδυ στις 26 του Μάη στο Θησείο. Είναι ένα κατασκεύασμα που χτίζεται συστηματικά τα τελευταία χρόνια, προστατευμένο από την κριτική μέσα σε έναν βολικό θύλακα αμοραλισμού. Είναι σαν να παρακολουθούμε τον εκφυλισμό να κατεβαίνει τα σκαλιά ένα προς ένα, με κάθε νέο βήμα να είναι πιο εμφατικό, πιο απενοχοποιημένο και πιο απαλλαγμένο από κάθε βάρος πολιτικής ευθύνης.

.
Αυτή η «ανηφορική» πορεία προς τα κάτω, επιβεβαιώνεται με τρόπο κατηγορηματικό και από το ιδεολογικό στίγμα που εκπέμπει η διακήρυξη-μανιφέστο του πρώην πρωθυπουργού, πρώην σοσιαλδημοκράτη και πρώην «αριστερού». Μέσα σε αυτήν, γνωστοποιώντας τα (γνώριμα) διαπιστευτήριά του, ο Αλέξης παρουσιάζοντας το κόμμα της ΕΛΑΣ (κάθε συσχετισμός με την ΕΛΑΣ του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη θα θεωρείται ύποπτη!), δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Αναφέρεται στον νέο πατριωτισμό «που συνδέεται άρρηκτα με την κοινωνική δικαιοσύνη, υπερασπίζεται τη δημοκρατία και την εμβάθυνσή της σε όλα τα πεδία της εξουσίας και της κοινωνίας, βάζει φραγμό στην ασυδοσία της ολιγαρχίας και την υποταγή του κράτους σε αυτή.» Και μάλλον αυτοαναφορικά σημειώνει: «Η κερδοσκοπία η διαφθορά η διαπλοκή είναι ο κανόνας πλουτισμού και εξουσίας στη σημερινή Ελλάδα.» Τελείως αοριστολογικά «κατέθεσε» τις επτά βασικές δεσμεύσεις του, όπως και για τις διεθνείς σχέσεις της χώρας «μια νέα Εθνική Πυξίδα».

Κι αν σας έρχεται στο νου ότι μάλλον ζει σε άλλη χώρα, σαφώς και δεν ζει σε άλλη χώρα. Δηλώνει ευθαρσώς ότι το ιστορικό, θεμελιώδες δίλημμα της αριστεράς – ανάμεσα στη μεταρρύθμιση και στην επανάσταση – δεν μπορεί πλέον να καθοδηγεί το παρόν. Αντί αυτού, διακηρύσσει την ανάγκη για «νέες ιδεολογικές συνθέσεις.» Στην πράξη, όμως, τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει μια κραυγαλέα αποδέσμευση από κάθε ταξική ανάλυση, πλήρη εγκατάλειψη της διαλεκτικής σύγκρουσης συμφερόντων και μια βολική φυγή προς τα… εμπρός, όπου η πολιτική θολούρα γίνεται μέθοδος και ξεκάθαρα η πολιτική του συναλλάσσεται με την αοριστολογία.

Και μάλιστα χωρίς να ντραπεί καθόλου (ποιος σοσιαλδημοκράτης —έστω και πρώην— έχασε την ντροπή για να την βρει αυτός;) δηλώνει ότι κουβαλάει «την κληρονομιά των μεγάλων ρευμάτων του προοδευτικού κινήματος: του ΕΑΜ, της Εθνικής Αντίστασης, της ΕΔΑ, των αγώνων για Δημοκρατία και Ειρήνη, του ΠΑΣΟΚ, των πρώτων χρόνων της Αλλαγής, του ΣΥΡΙΖΑ, της Πρώτης Φοράς Αριστερά.»

Κι έτσι φτάνουμε, με μαθηματική ακρίβεια, στο φαινομενικά παράδοξο της υπόθεσης.

Από τη μια μπορεί όλοι εμείς να ζούμε σε μια εποχή όπου οι κοινωνικές, οικονομικές και γεωπολιτικές αντιθέσεις δεν είναι απλά παρούσες, αλλά οξύνονται δραματικά σε παγκόσμια κλίμακα. Οι ανταγωνισμοί των παλαιών πόλων και νέων πόλων του ιμπεριαλισμού φουντώνουν, οι λαοί πληρώνουν το βαρύ τίμημα μιας νέας περιόδου αστάθειας, εξοπλιστικών προγραμμάτων, πολεμικής προετοιμασίας και πολεμικής δραστηριότητας σε όλον τον πλανήτη.

Από την άλλη μέσα σε αυτό το τοπίο απόλυτης πόλωσης και ντόπιας διαφθοράς στην ελληνόφωνη αποικία κάποιοι άνθρωποι, με τον αποτυχημένο επικεφαλής, επιχειρούν να πλασάρουν ως πολιτική πρόταση μια αποϊδεολογικοποιημένη εκδοχή του πολυφορεμένου «ρεαλισμού». Ένα μείγμα από δόσεις λάιφ-στάιλ, λίγη λατρεία της Μπαρτσελόνα, λίγο επιτηδευμένη δροσιά (coolness) και, πάνω από όλα, πολλή θολούρα. Λες και δεν μεσολάβησε τίποτα από τα χρόνια της διακυβέρνησής του, της προδοσίας του ελληνικού λαού που τον πίστεψε. Λες και ξεχάστηκαν τα μνημόνια, ότι έσφιξε ακόμη περισσότερο το σχοινί στον λαιμό των εργαζομένων και του λαού. Λες και δεν δοκιμάστηκαν οι συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, με μετρήσιμα αποτελέσματα και σκληρές συνέπειες για την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό ολόκληρο. Λες και η απάτη και αντιστροφή της θέλησης του λαού στο δημοψηφίσμα του 2015 έχει ξεχαστεί από τη μνήμη μας. Λες και η συλλογική μνήμη είναι μια εύπλαστη ουσία που μπορεί να σβηστεί με ένα πετυχημένο και λαμπερό επικοινωνιακό διαφημιστικό σποτ. Λες και ότι αρκεί μια καινούργια, γυαλιστερή, γκλαμουράτη συσκευασία του σάπιου προϊόντος, για να ξεχαστεί οριστικά το δηλητηριώδες περιεχόμενο που εξακολουθεί να υπάρχει μέσα.

Και βέβαια να πούμε ότι το κρίσιμο σημείο, που πρέπει να τονιστεί είναι ότι το πρόβλημα με αυτήν την πολιτική επιστροφή δεν έχει να κάνει με την αισθητική του πράγματος. Δεν είναι, δηλαδή, τα χρώματα της Μπαρτσελόνα, ούτε το εναλλακτικό, άνετο υφάκι του ινφλουένσερ (τύπου Φειδία θα λέγαμε, αλλά εκείνος τουλάχιστον είναι αυθεντικός ανιστόρητος και απολιτίκ και δεν ξεγελάει τον κόσμο που τον ακολουθεί). Όλα αυτά δεν είναι παρά σύμβολα, προεκτάσεις μιας βαθύτερης αρρώστιας του τόπου. Το πραγματικό, ουσιαστικό, επικίνδυνο πρόβλημα είναι η ίδια η πολιτική γραμμή που αντιπροσωπεύουν αυτά τα σύμβολα και κρύβονται πίσω από τις σάλτσες που προβάλλουν. Είναι η ηγεμονική ιδέα της αστικής τάξης, που προωθεί το ότι στον καιρό των πιο σκοτεινών, βίαιων και αντιφατικών ανακατατάξεων που έχει γνωρίσει η εποχή μας, η μόνη βιώσιμη απάντηση μπορεί να είναι λιγότερη πολιτική, λιγότερη συγκρουσιακή ιδεολογία, λιγότερος ταξικός προσανατολισμός. Αυτή ακριβώς η πρόταση, αυτήν την περίοδο, είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα απ’ όλα. Διότι, όπως γνωρίζουν όσοι έχουν στοιχειώδεις γνώσεις Ιστορίας, οι αοριστολογικές «νέες ιδεολογικές συνθέσεις», που καλούν τον λαό να ξεχάσει τις αντιθέσεις και να υιοθετήσει ένα αόριστο και θολό αταξικό «μαζί και μπροστά» και «έφτασε η ώρα», δεν εμφανίζονται ποτέ σε περιόδους κοινωνικής ειρήνης και ακμής. Ιστορικά εμφανίζονται πάντα και με τρομακτική συνέπεια, ακριβώς τότε που οι αντιθέσεις γίνονται πιο έντονες και πιο αιματηρές.

Ελάτε να συλλογιστούμε μαζί. Οι πόλεμοι δεν αφήνουν περιθώρια για ψευτοδιλημματική ειρήνη. Όταν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί των παλιών και νέων καπιταλιστικών δυνάμεων κλιμακώνονται επικίνδυνα, όταν το κεφάλαιο βρίσκεται σε μια από τις επιθετικότερες φάσεις του, τότε απαιτεί νέες, σαρωτικές θυσίες από την εργασία και τα κοινωνικά δικαιώματα. Τότε ακριβώς, σαν μανιτάρι μετά τη βροχή, ή σαν μαϊντανός που πάει με όλα, ξεφυτρώνει πάντα κάποιος να… εξηγήσει, με ύφος δήθεν σοφού και «προοδευτικού», ότι τα «παλιά, ξεπερασμένα ιδεολογικά σχήματα» δεν βοηθούν. Και ότι το ζητούμενο, στην πραγματικότητα, είναι να γίνουμε όλοι λίγο πιο ευέλικτοι, λίγο πιο πραγματιστές, λίγο πιο υπάκουοι, λίγο πιο απολιτίκ, λίγο πιο… κουλ. Νομίζετε ότι η γλώσσα αυτή είναι γλώσσα αγώνα; Ξεκάθαρα είναι γλώσσα υποταγής, ντυμένη με λαμέ προχώ ρούχα.

Και κάπως έτσι με όλους αυτούς του θεατρινισμούς, μέσα στη θύελλα της εποχής της ιστορικής αιχμής και των επερχόμενων ιστορικών αλλαγών που ζούμε, προτείνεται στους εργαζόμενους και στη νεολαία τι; Όχι η σκληρή οργάνωση, η συνειδητή ταξική σύγκρουση, η συλλογική διεκδίκηση και η ανάπτυξη επαναστατικού υποκειμένου. Αντίθετα, προτείνεται μια απονευρωμένη, εξατομικευμένη συμμετοχή, που κινείται ακριβώς μέσα στα μέτρα που βολεύουν τον καιροσκοπισμό και τη μεσσιανική διάθεση του «ηγέτη» (άσπιλος ή μη δεν έχει σημασία, ότι μας βρίσκεται πρόχειρο…). Μάλιστα, σε αυτό το κενό εντάσσεται και το κάλεσμα του πρώην πρωθυπουργού σε συγκέντρωση νεολαίας, όπου τους προκάλεσε να κάνουν «ένα κίνημα» που να μη χρειάζεται να υπερασπίζεται ή να προωθεί συγκεκριμένες, ξεκάθαρες πολιτικές θέσεις. Ένα κίνημα που ουσιαστικά υπάρχει μόνο για να οδηγήσει τους νέους στην κάλπη, σε μια γιορτή μεταπολιτικής ασημαντότητας. Δεν είναι τυχαία αυτά τα λόγια, πρόκειται για βαθιά επικίνδυνα λόγια, που επιτρέπεται να ξεστομίζονται μόνο όταν ο αμοραλισμός, η διάβρωση κάθε αρχής και τα προσωπικά, μικροπολιτικά συμφέροντα έχουν θριαμβεύσει πλήρως· έναντι οποιασδήποτε συλλογικής φιλοδοξίας και συλλογικού οράματος.

Το μείγμα λοιπόν της «νέας» ΕΛΑΣ (φτιαγμένης με παλιά φθαρμένα υλικά) και του ηγέτη της ετοιμάστηκε και πλασαρίστηκε κατάλληλα από τους καλοπληρωμένους ίματζ μέικερς και τα ΜΜ«Ε» των ολιγαρχών που ποντάρουν φανατικά στο άλογο εγχείρημα. Ένα σύνολο φτιαγμένο στα πρότυπα μιας φτηνής παλιοκαιρίστικης διαφήμισης. Λίγος ψευτοενθουσιασμός, λίγη φανέλα Μπαρτσελόνα, μια υπόσχεση για ραντεβού στην κάλπη. Αλλά όλα αυτά και με πολύ φόβο μήπως κάποιος θυμηθεί το πρόσφατο παρελθόν… Αυτό που δεν υπολόγισαν, και δεν θα μπορούσαν άλλωστε, είναι ότι η Ιστορία δεν συγκινείται από επικοινωνιακές καμπάνιες που είναι εκτός τόπου, χρόνου και πραγματικότητας. Και η κοινωνία, που βράζει από την αγανάκτηση και την οργή, δεν μπορεί εύκολα να ηρεμήσει με ανετίλα, αστειάκια, υφάκι και φανέλες ποδοσφαιρικών ομάδων. Η κοινωνία δεν χορταίνει με το φτηνιάρικο θέαμα της πολιτικής, που έχει υποβαθμιστεί σε παράρτημα της βιομηχανίας της διασκέδασης. Σαφώς και θα υπάρξουν πολλοί που, επειδή δεν έχουν αναπτυγμένο πολιτικό κριτήριο, θα θαμπωθούν από όλα αυτά τα γκλαμουράτα στυλ και τα εκθαμβωτικά φώτα της προβολής.

Γι’ αυτό, όσο οι άλλοι πασχίζουν να «στήσουν» τεχνητές βάιραλ στιγμές, καταντώντας απλά κριντζ (cringe) και γραφικοί, οι εργαζόμενοι και η νεολαία βρίσκονται μέσα στην πραγματική ζωή, στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στα σχολεία, στους αγώνες για μια καλύτερη ζωή, χωρίς υποταγή. Δεν «στήνουν» τεχνηέντως την πραγματικότητα, αλλά την ζουν. Κάνοντάς την πργματικότητα βάιραλ. Και αυτό σίγουρα δεν αρέσει στους Αλέξηδες και τους χορηγούς τους.

.
Τελειώνοντας ελάτε να κάνουμε μαζί μια ενδεικτική σύγκριση. Πριν λίγες μέρες στις 11 Μάη ο 18χρονος δεξιός ακραίος επιθετικός της Μπαρτσελόνα Λαμίνε Γιαμάλ (Lamine Yamal Nasraoui Ebana), πανηγύρισε ένα γκολ σηκώνοντας τη σημαία της Παλαιστίνης. Με αυτόν τον τρόπο δήλωσε έμπρακτα τη στήριξή του στον πολύπαθο λαό της Παλαιστίνης, που συνεχίζει να υποφέρει και να εξοντώνεται καθημερινά από τους δολοφόνους του σιωνιστικού τεχνητού μορφώματος του ισραήλ.

Ο Αλέξης σαν κύριο φέσιον στέιτμεντ (fashion statement) έχει τη φανέλα με τα χρώματα της Μπάρτσα. Ο πρώην πρωθυπουργός, αντιθέτως με τον ποδοσφαιριστή, στη διακήρυξη του δικού του κόμματος, της ΕΛΑΣ, δεν βρήκε ούτε τη δύναμη, αλλά δεν είχε ούτε τη θέληση να κατονομάσει το ισραήλ ως τον υπεύθυνο για τη γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού.

Ας το αναλογιστούμε αυτό. Η διαφορά ανάμεσα στον γνήσιο πολιτικό συμβολισμό από έναν αθλητή και την πλαδαρή, βολική πολιτική του ινφλουένσερ πολιτικού είναι η διαφορά ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και την υποκρισία. Και αυτή η διαφορά, για όσους το καταλαβαίνουν, είναι κολοσσιαία. #