Συχνά αναρωτιόμαστε, γιατί τα πολιτικά κόμματα της αριστεράς δεν μπορούν να ελκύσουν τους εργαζόμενους και τις πλατιές λαϊκές μάζες; Γιατί η πλειονότητα των εργαζομένων δεν συμμετέχει (όταν γίνονται) στις απεργιακές κινητοποιήσεις; Και γιατί η καταστολή από τους κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς εντείνεται ενάντια σε όσους διαμαρτύρονται; Γιατί ο κόσμος που άλλοτε αγωνιζόταν έχει αποσυρθεί; Ας προσπαθήσουμε σήμερα να καταλάβουμε τις τεράστιες αλλαγές που έγιναν και γίνονται με αλγεβρικούς ρυθμούς στην κοινωνία μας αλλά κυρίως στα θέματα της εργασίας και της εκμετάλλευσης των ανθρώπων από τον καπιταλισμό.
Ο σύγχρονος καπιταλισμός, έχοντας φτάσει σε εκείνο το στάδιο ανάπτυξης που οι αστοί οικονομολόγοι αποκαλούν «πλατφορμικό» ή «μεταβιομηχανικό», απέκτησε την εκπληκτική ικανότητα να γίνεται αόρατος όσον αφορά τα ίδια του τα κόστη. Ίσως δεν υπάρχει πιο ακριβής και κυνική μεταφορά για την περιγραφή αυτής της πραγματικότητας από τον όρο «κοτοπουλοποίηση» (chickenization).
Η κοτοπουλοποίηση είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη διαδικασία κατά την οποία η γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή μετατρέπεται από ένα δίκτυο ανεξάρτητων οικογενειακών αγροκτημάτων σε ένα συγκεντρωτικό, καθετοποιημένο βιομηχανικό σύστημα που ελέγχεται από λίγες μεγάλες εταιρείες. Τα βασικά χαρακτηριστικά για τον όρο περιλαμβάνουν:
Την καθετοποίηση: Μια ενιαία εταιρεία ελέγχει όλα τα στάδια παραγωγής, όπως την εκκόλαψη των αυγών, τις ζωοτροφές, τη διανομή, τη σφαγή και τη συσκευασία.
Τη συμβολαιακή γεωργία: Οι αγρότες δεν είναι πλέον ανεξάρτητοι επιχειρηματίες, αλλά εργολάβοι. Η εταιρεία τούς προμηθεύει τους νεοσσούς και τις ζωοτροφές, ενώ ο αγρότης αναλαμβάνει το κόστος και τον κίνδυνο των εγκαταστάσεων.
Το σύστημα πρωταθλητισμού: Οι αγρότες συχνά αμείβονται ανάλογα με το πόσο αποδοτικά εκτρέφουν τα πτηνά σε σχέση με άλλους αγρότες που συνεργάζονται με την ίδια εταιρεία, δημιουργώντας αθέμιτο ανταγωνισμό και απρόβλεπτα έσοδα.
Την απώλεια ελέγχου: Οι αγρότες χάνουν τον έλεγχο της επιχείρησής τους και γίνονται ευάλωτοι στις μονοπωλιακές πρακτικές.
Το μοντέλο αυτό έχει επικριθεί ευρέως εκτός των άλλων και για τις επιπτώσεις του στο περιβάλλον, την ευημερία των ζώων, την υγεία των καταναλωτών (π.χ. λόγω της χρήσης αντιβιοτικών, ορμονών κλπ) και τις συνθήκες εργασίας και υγιεινής στα σφαγεία.

.
Στην ανθρώπινη διάσταση του όρου μιλάμε για το «πρεκαριάτο» –μια κοινωνική ομάδα, τμήμα της εργατικής τάξης, που ζει σε κατάσταση μόνιμης αστάθειας, για την οποία η αβεβαιότητα για το αύριο δεν αποτελεί πλέον μια προσωρινή κατάσταση, αλλά μια υπαρξιακή κανονικότητα. Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τον εργατικό συνδικαλισμό και ως εκ τούτου, ο όρος αυτός αποτελεί ακόμα κάτι καινούργιο, το κείμενο που ακολουθεί μπορεί να προσφέρει μια αρχική κατανόηση.
Οι Ρωμαίοι στην αρχή, χρησιμοποίησαν τη λέξη proletarius, χαρακτηρίζοντας τον πολίτη που δεν είχε τίποτα άλλο να προσφέρει στην πατρίδα παρά μόνο παιδιά για πούλημα, και στρατιώτες για τον πόλεμο. Στην εποχή της βιομηχανικής και καπιταλιστικής ανάπτυξης ο όρος μετατράπηκε στο γνωστό μας προλεταριάτο.
Όμως, οι σύγχρονοι διάδοχοι των Ρωμαίων, οι Αμερικανοί, «προχώρησαν» την εκμετάλλευση της ανθρωπότητας και δημιούργησαν από τη δεκαετία του Ρήγκαν (Ronald Wilson Reagan, 1911–2004) 1981-89, την έννοια του «πρεκαριάτου» (precariat)! Δημιούργησαν μια ειδική κατηγορία εργαζομένων. Πήραν το λατινικό precarius, που σημαίνει αβέβαιος, πρόσθεσαν το δεύτερο συνθετικό από το προλεταριάτο και μετέτρεψαν μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης από ανθρώπους σε τρομοκρατημένα όντα, αφού είναι αβέβαιοι αν θα απολυθούν, αν θα βρουν δουλειά, αν θα υπογράψουν ιδιωτική σύμβαση με το αφεντικό, αν θα έχουν ένα πιάτο φαΐ αύριο κ.λ.π.
Τα κύρια χαρακτηριστικά του «πρεκαριάτου» περιλαμβάνουν:
Την αβεβαιότητα: Η απουσία μόνιμης εργασίας και η εναλλαγή μεταξύ προσωρινών, συμβασιακών ή περιστασιακών δουλειών.
Η έλλειψη δικαιωμάτων: Η απουσία συνταξιοδοτικών, ασφαλιστικών ή εργασιακών δικαιωμάτων που απολάμβαναν οι παλαιότερες γενιές.
Τα χαμηλά εισοδήματα: Η συχνή αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών, παρά το γεγονός ότι πολλά μέλη του ανήκουν στην κατηγορία των μορφωμένων.
Η ψυχολογική πίεση: Το μόνιμο άγχος για το αύριο, η έλλειψη ελέγχου πάνω στον προσωπικό χρόνο και η αδυναμία μακροπρόθεσμου προγραμματισμού.
Η κοινωνική αποξένωση: Η αίσθηση ότι δεν ανήκουν σε κάποιον συγκεκριμένο εργασιακό χώρο ή συλλογικότητα, με αποτέλεσμα να νιώθουν αποκλεισμένοι πολιτικά, κοινωνικά και απομονωμένοι από την εργατική τάξη.
Για να το πούμε χωρίς περιστροφές, η «κοτοπουλοποίηση» αποτελεί ένα μοντέλο οικονομικής οργάνωσης, στο πλαίσιο του οποίου μια μεγάλη εταιρεία διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της διανομής και της τιμολόγησης, ενώ παράλληλα διαμορφώνει νομικά τις σχέσεις της με τους άμεσους παραγωγούς ως εταιρική σχέση ή ανεξάρτητη σύμβαση, μετακυλίοντας σε αυτούς όλους τους κινδύνους, το χρέος και τις κοινωνικές υποχρεώσεις. Έχει τις ρίζες της στην αμερικανική βιομηχανία επεξεργασίας κρέατος, και στις καινοτομίες του Άρθουρ Πέρντιου (Arthur W. Perdue, 1885-1977) του ιδρυτή της Perdue Farms, η οποία εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής πουλερικών και τροφίμων στον κόσμο. Με το σύστημα αυτό μετέτρεψαν τους αγρότες σε παράρτημα της γραμμής παραγωγής που προμηθεύει κοτόπουλα κρεατοπαραγωγής. Το σύστημα αυτό αποδείχθηκε τόσο αποτελεσματικό από την άποψη της αποκόμισης κερδών για τα μονοπώλια, που εδώ και καιρό έχει ξεπεράσει τα όρια της γεωργίας, μετατρεπόμενο σε καθολικό πρότυπο για την οργάνωση της εργασίας στους τομείς των ταξί, τις υπηρεσίες ταχυμεταφορών, τις εταιρείες ανάπτυξης πληροφορικής, τις δημιουργικές βιομηχανίες, ακόμη και την εκπαίδευση.
Σήμερα όταν ακούμε τις λέξεις «ανεξάρτητος εργολάβος» ή «συνεργάτης», πίσω από αυτόν τον ευφημισμό κρύβεται κατ’ αναλογία εκείνος ο ίδιος αγρότης από το Αρκάνσας. Εκείνος ο αγρότης που έχτισε ένα πτηνοτροφείο με δάνειο, αγόρασε τον εξοπλισμό με δικά του χρήματα και ξυπνά κάθε πρωί με τη σκέψη ότι η εταιρεία μπορεί ανά πάσα στιγμή να καταγγείλει τη σύμβαση. Τότε θα μείνει μόνος του μπροστά στους τσιμεντένιους τοίχους του υπόστεγου, το οποίο δεν θα έχει σε ποιον να πουλήσει και μπροστά σε ένα βουνό χρεών και δεν θα έχει κάποιον για να διεκδικήσει το δίκιο του.
Ο Βρετανός κοινωνιολόγοςΓκάι Στάντινγκ (Guy Standing, 9/2/1948-), ο οποίος εισήγαγε την έννοια του «πρεκαριάτου» στο ευρύ λεξιλόγιο της οικονομίας και της διανόησης, επιμένει ότι αυτή η τάξη δεν είναι απλώς μια φτωχότερη εκδοχή του προλεταριάτου, αλλά μια ριζικά νέα ανθρωπολογική πραγματικότητα. Ο προλετάριος της βιομηχανικής εποχής, παρά τη βαρύτητα της μοίρας του, διέθετε αυτό που σήμερα φαίνεται σχεδόν αδιανόητη πολυτέλεια: μια σταθερή θέση εργασίας, ένα συνδικάτο που υπερασπιζόταν τα συμφέροντά του, πληρωμένη άδεια ασθενείας, συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις και, το πιο σημαντικό, μια συλλογική ταυτότητα, τη συνειδητοποίηση ότι αποτελούσε μέρος κάτι μεγαλύτερου από μια απλή γραμμή στον ισολογισμό μιας επιχείρησης.
Ο «πρεκαριάτος» (αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον αδόκιμο όρο) στερείται όλων αυτών των δικαιωμάτων. Κινείται στον κόσμο των βραχυπρόθεσμων συμβάσεων, των μηδενικών ωραρίων, των πλατφορμών ελεύθερων επαγγελματιών και των εταιρειών εξωτερικής ανάθεσης, όπου ο εργοδότης εξαφανίζεται από το οπτικό πεδίο, αφήνοντας τον άνθρωπο μόνος του απέναντι σε έναν άψυχο αλγόριθμο. Ο οποίος επιβάλλει πρόστιμο για καθυστέρηση, μειώνει τη βαθμολογία για την απόρριψη μιας παραγγελίας και τον αποβάλλει από τη ροή, χωρίς καν να μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει τους λόγους. Είναι ένας κόσμος όπου ο άνθρωπος είναι τυπικά ελεύθερος: μπορεί να συνδεθεί οποιαδήποτε στιγμή, επιλέγει ο ίδιος τη διαδρομή του, είναι όπως λένε «αφεντικό του εαυτού του». Αλλά αυτή η ελευθερία αποδεικνύεται ελευθερία να βουλιάζεις μόνος σου, ελευθερία να αναλαμβάνεις όλους τους κινδύνους της επιχειρηματικότητας χωρίς δικαίωμα σε μερίδιο των κερδών της. Ελευθερία να αντικατασταθείς την ίδια στιγμή που παύεις να ανταποκρίνεσαι στιςς αυστηρέςς νόρμες απόδοσης. Και εδώ η «κοτοπουλοποίηση» και το «πρεκαριάτο» συνενώνονται σε ένα ενιαίο σύστημα, που λειτουργεί με τρομακτική τελειότητα: η εταιρεία αποκτά την ιδανική ευελιξία που της επιτρέπει να προσαρμόζεται αμέσως στις διακυμάνσεις της αγοράς, να μειώνει τα έξοδα και να απομακρύνει τις κοινωνικές υποχρεώσεις από τους ισολογισμούς της, ενώ όλη η ευπάθεια και όλος ο φόβος μεταφέρονται στο επίπεδο του μεμονωμένου ατόμου· το οποίο βρίσκεται στη θέση εκείνου του αγρότη, του οποίου το πτηνοτροφείο χρεωκοπεί τη στιγμή που καταγγέλλεται η σύμβαση από το μονοπώλιο.
Για να το κατανοήσουμε καλύτερα ας πάρουμε, για παράδειγμα, έναν οδηγό ταξί που εργάζεται μέσω μιας πλατφόρμας διαμεσολάβησης. Τυπικά είναι συνεργάτης. Ένας επιχειρηματίας, που χρησιμοποιεί την πλατφόρμα για να βρει πελάτες. Όμως, όποιος έχει σκεφτεί έστω και μία φορά πώς λειτουργεί αυτό το σύστημα, διαπιστώνει ότι αναπαράγει τη λογική της «κοτοπουλοποίησης» μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Ο αλγόριθμος καθορίζει τις τιμές, τις οποίες ο οδηγός δεν μπορεί να αμφισβητήσει· ο αλγόριθμος επιβάλλει πρόστιμα, τα οποία είναι αδύνατο να προσβληθούν· ο αλγόριθμος αποφασίζει ποιος θα πάρει τις προσοδοφόρες κούρσες και ποιος θα περιφέρεται για ώρες περιμένοντας. Και αυτός ο αλγόριθμος δεν γνωρίζει ούτε κόπωση ούτε οίκτο. Ο οδηγός δεν έχει άδεια ασθενείας —αν αρρωστήσει, το εισόδημά του πέφτει στο μηδέν. Αλλά το δάνειο για το αυτοκίνητο που αγόρασε με χρηματοδοτική μίσθωση συνεχίζει να τρέχει κανονικά. Δεν έχει συνταξιοδοτικές εισφορές —η φροντίδα για τα γηρατειά του βαρύνει εξ ολοκλήρου τους ώμους του, οι οποίοι είναι ήδη λυγισμένοι κάτω από το βάρος των τρεχουσών πληρωμών.
Και όταν η πλατφόρμα αλλάζει για άλλη μια φορά τους όρους προμήθειας ή εισάγει ένα νέο σύστημα κινήτρων, ο οδηγός δεν μπορεί να προχωρήσει σε διαμαρτυρία ή σε απεργία με την κλασική έννοια του όρου, επειδή δεν είναι εργαζόμενος, είναι «συνεργάτης». Αλλά και οι συνάδελφοί του είναι απομονωμένοι και βρίσκονται σε κατάσταση μόνιμου ανταγωνισμού μεταξύ τους για το δικαίωμα να επιλεγούν από τον αλγόριθμο.
Ακριβώς η ίδια λογική ισχύει και στον τομέα των ταχυμεταφορών, όπου η ταχύτητα με την οποία κινείται κάποιος στην πόλη αποτελεί τον κύριο και μοναδικό δείκτη της αξίας του. Οι διαβάσεις πεζών, τα κόκκινα φανάρια και η ίδια η ασφάλειά του αποδεικνύονται ενοχλητικά «εμπόδια» στην προσπάθειά του να εκπληρώσει τον στόχο. Η μη επίτευξη του οποίου συνεπάγεται πρόστιμο και μείωση της βαθμολογίας του. Οι οδηγοί ταχυμεταφορείς, όπως και τα κοτόπουλα στα πτηνοτροφεία, ζουν σε ένα σύστημα αυστηρών προδιαγραφών: τους έχουν οριστεί συγκεκριμένα λεπτά για την παράδοση, τους έχει καθοριστεί η διαδρομή, τους έχει επιβληθεί η συγκεκριμένη συμπεριφορά. Οποιαδήποτε απόκλιση από τον κανόνα του αλγόριθμου τιμωρείται αμέσως και χωρίς δυνατότητα προσβολής της απόφασης.
Το πιο τρομακτικό εδώ δεν είναι καν η οικονομική ανασφάλεια, αλλά η ψυχολογική κατάρρευση που προκύπτει, όταν ένας άνθρωπος με ανώτατη εκπαίδευση, με ένα επιστημονικό βιογραφικό, με ιστορικό επαγγελματικών επιτευγμάτων, με φιλοδοξίες και ελπίδες, συνειδητοποιεί ξαφνικά ότι η θέση του σε αυτό το σύστημα καθορίζεται αποκλειστικά από την ταχύτητα με την οποία κινείται το σώμα του στο χώρο. Οι γνώσεις, η εμπειρία και τα ταλέντα του δεν χρειάζονται σε κανέναν —έχουν αποτιμηθεί οριστικά και ανεπανόρθωτα.
Η «κοτοπουλοποίηση», ως μεταφορά και ως οικονομική πρακτική, δεν περιορίζεται στον τομέα της εργασίας χαμηλής ειδίκευσης. Έχει διεισδύσει και σε τομείς που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν προπύργια της ελεύθερης δημιουργίας και της πνευματικής ανεξαρτησίας. Έτσι, στις ανοικτές πλατφόρμες ελεύθερων επαγγελματιών, προγραμματιστές, σχεδιαστές, γραφίστες, φωτογράφοι, κειμενογράφοι, μεταφραστές, δάσκαλοι κλπ αναγκάζονται να συμμετέχουν σε μια παγκόσμια δημοπρασία, στην οποία την τιμή την καθορίζει ο πελάτης, ενώ η ειδίκευσή τους μετατρέπεται σε νόμισμα ανταλλαγής, η αξία του οποίου καθορίζεται από την βαθμολογία που έχουν συσσωρεύσει μετά από χρόνια ταπεινωτικής αποδοχής οποιωνδήποτε όρων της πλατφόρμας.
Για παράδειγμα, ένας Ινδός προγραμματιστής που εργάζεται για μια αμερικανική εταιρεία μέσω μιας τέτοιας πλατφόρμας, βρίσκεται σε εξαιρετικά ευάλωτη θέση: δεν διαθέτει σύμβαση εργασίας, δεν έχει εγγυήσεις πληρωμής σε περίπτωση που ο πελάτης αποφασίσει ξαφνικά να μην πληρώσει, δεν έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει αποζημίωση για τις υπερωρίες, που έχουν γίνει κανόνας. Και βέβαια δεν έχει καμία προστασία από το ενδεχόμενο να μπλοκαριστεί κάποια μέρα ο λογαριασμός του, με ένα τεχνητό πρόσχημα, με αποτέλεσμα ολόκληρη η επαγγελματική του ζωή που έχει χτίσει με τα χρόνια, να καταρρεύσει σε μια στιγμή.
Αυτό ακριβώς είναι το «πρεκαριάτο» στην πιο καθαρή και συμπυκνωμένη μορφή του: ένας σύγχρονος, μοντέρνος άνθρωπος, που εκτελεί μια σύνθετη εργασία που απαιτεί υψηλή ειδίκευση, αλλά ταυτόχρονα δεν διαθέτει καμία κοινωνική εγγύηση, καμία βεβαιότητα για το μέλλον και καμία δυνατότητα να επηρεάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες εργάζεται. Είναι «ανεξάρτητος εργολάβος», αλλά η ανεξαρτησία του συνίσταται μόνο στο ότι είναι ο μόνος που αναλαμβάνει όλους τους κινδύνους, ενώ η πλατφόρμα εισπράττει την προμήθειά της χωρίς να αναλαμβάνει καμία υποχρέωση.
Αυτό το μοντέλο, σύμφωνα με τη θεωρία των δημιουργών του, έπρεπε να απελευθερώσει την εργασία από τα δεσμά της γραφειοκρατίας και της εταιρικής ιεραρχίας, αλλά στην πράξη αποτελεί έναν νέο, ακόμη πιο εξελιγμένο τρόπο εκμετάλλευσης, στον οποίο ο εκμεταλλευτής δεν είναι καν υποχρεωμένος να αυτοαποκαλείται εργοδότης και μπορεί με καθαρή συνείδηση να αρνείται την ευθύνη του απέναντι σε όσους δημιουργούν τα τεράστια κέρδη του.
Στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι συνέπειες της «κοτοπουλοποίησης» στη γεωργία έχουν ήδη οδηγήσει σε συστημικές κρίσεις, οι οποίες μας υπενθυμίζουν ότι η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα, αλλά ζήτημα επιβίωσης για ολόκληρες κοινότητες.
Οι αγρότες στις Κάτω Χώρες, που αναγκάστηκαν να συμμορφωθούν με αυστηρούς περιβαλλοντικούς κανονισμούς που θεσπίστηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να ληφθούν υπόψη οι οικονομικές τους δυνατότητες, μπλόκαραν τους δρόμους με τρακτέρ. Διαμαρτυρήθηκαν ενάντια σε μια αντιαγροτική πολιτική που διαμορφώθηκε στα σαλόνια της Ευρωπαϊκής διεφθαρμένης γραφειοκρατίας, στα υπουργικά γραφεία και στα κεντρικά γραφεία των αγροτικών ομίλων, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν την πραγματικότητα εκείνων που ξυπνούν καθημερινά στις τέσσερις το πρωί για να φροντίσουν τα ζώα που έχουν μισθώσει από μια εταιρεία.
Οι αγρότες στη Γαλλία έχυναν δεξαμενές γάλακτος στους δρόμους, διαμαρτυρόμενοι για το ότι η τιμή που υπαγορεύουν οι αλυσίδες λιανικής δεν καλύπτει ούτε καν το κόστος παραγωγής, ότι η «ανεξαρτησία» τους μετατράπηκε σε δουλεία χρέους, από την οποία δεν υπάρχει διέξοδος παρά μόνο η χρεοκοπία.
Αυτές οι διαμαρτυρίες είναι η φωνή του αγροτικού «πρεκαριάτου», που επιτέλους σταμάτησε να σιωπά. Αυτή η φωνή δεν ακούγεται πλέον ως οργανωμένος ταξικός αγώνας, αλλά ως απελπισμένη κραυγή μεμονωμένων ατόμων, καθένα από τα οποία προσπαθεί να σώσει ό,τι μπορεί ακόμα να σωθεί και συνειδητοποιεί ότι το σύστημα στο οποίο είναι ενσωματωμένο δεν του αφήνει περιθώρια ελιγμών.
Η κριτική του σύγχρονου καπιταλισμού μέσα από το πρίσμα της «κοτοπουλοποίησης» και του «πρεκαριάτου» γίνεται ιδιαίτερα διαπεραστική ακριβώς επειδή αυτό το σύστημα συγκαλύπτει τη σκληρότητά του πίσω από τη ρητορική της ελευθερίας, της επιλογής και της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας.
Ακούμε ότι οι πλατφόρμες «δημοκρατικοποιούν την πρόσβαση στο εισόδημα», ότι «το ευέλικτο ωράριο επιτρέπει τον συνδυασμό εργασίας, σπουδών και οικογένειας», ότι «οι ψηφιακές τεχνολογίες καταργούν τα όρια και ανοίγουν νέες δυνατότητες», ότι με τη «δουλειά από απόσταση μπορείς να δουλεύεις όποτε θέλεις και σου αφήνει ελεύθερο χρόνο», κλπ. Και σε όλα αυτά υπάρχει μια δόση αλήθειας. Αλλά αυτή η αλήθεια μοιάζει με το χρυσό επίχρισμα στην πρόσοψη, πίσω από το οποίο κρύβονται οι τσιμεντένιοι τοίχοι μιας φυλακής χρέους. Η ευελιξία αποδεικνύεται μονόπλευρη: η πλατφόρμα μέσω του αλγόριθμου προσαρμόζει ευέλικτα τους όρους προς όφελός της, ενώ ο «συνεργάτης» βρίσκεται σε μια παγίδα, όπου κάθε του ενέργεια, κάθε άρνηση, κάθε εκδήλωση αυτονομίας τιμωρείται με τον αποκλεισμό του από το σύστημα.
Η ελευθερία επιλογής αποδεικνύεται ελευθερία να επιλέγεις ανάμεσα σε μια κακή και μια χειρότερη σύμβαση, ανάμεσα σε μια δουλειά που δεν αφήνει χρόνο για ζωή και στην ανεργία που δεν αφήνει μέσα για διαβίωση. Η «επιχειρηματική πρωτοβουλία» που πολυδιαφημίζουν, αποδεικνύεται ως η αναγκαιότητα να αναλαμβάνει κανείς όλους τους κινδύνους, τους οποίους κατά τη βιομηχανική εποχή επωμιζόταν ο καπιταλιστής, χωρίς όμως να λαμβάνει μερίδιο στα κέρδη, ανάλογο με αυτούς τους κινδύνους. Πρόκειται για έναν καπιταλισμό που έφτασε στο αποκορύφωμα της αποτελεσματικότητάς του ακριβώς επειδή κατάφερε να απαλλαγεί από την κοινωνική ευθύνη, μετακυλίοντάς την στους ώμους εκείνων που είναι… «λιγότερο ικανοί» και «αδύναμοι» να την αναλάβουν.
Οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες αυτής της μεταβολής στην εργασία δεν είναι δύσκολο να εκτιμηθούν. Το «πρεκαριάτο», στερημένο από σταθερή επαγγελματική ταυτότητα, αποσπασμένο, βυθισμένο σε μόνιμο ανταγωνισμό με τους ομοίους του, αποδεικνύεται ανίκανο για συλλογικές δράσεις στην κλασική τους μορφή.
Τα συνδικάτα, τα οποία για ενάμισι αιώνα αποτελούσαν το κύριο εργαλείο του αγώνα για τα δικαιώματα των εργαζομένων, αποδεικνύονται ανίσχυρα μπροστά σε ένα σύστημα όπου δεν υπάρχει εργοδότης, δεν υπάρχει σταθερός χώρος εργασίας, δεν υπάρχει δυνατότητα να ενταχθούν σε οργανωμένη δράση όλοι οι συμμετέχοντες της πλατφόρμας, οι οποίοι είναι διάσπαρτοι όχι μόνον σε πόλεις, αλλά και σε χώρες, χωρίς σημείο μεταξύ τους επαφής.
Και σε αυτό το κενό αλληλεγγύης, σε αυτήν την έλλειψη, όπου η συλλογική φωνή δεν μπορεί να διαμορφωθεί, δημιουργείται ένα γόνιμο έδαφος για τον ακροδεξιό πολιτικό ριζοσπαστισμό. Ο οποίος προσφέρει απλοϊκές λαϊκίστικες απαντήσεις σε σύνθετα ερωτήματα και κατευθύνει την οργή των μεμονωμένων, ταπεινωμένων και εξαπατημένων προς την κατεύθυνση που θέλει, συχνά μακριά από τις πραγματικές αιτίες των δεινών τους, στοχοποιώντας αδύναμους, διαφορετικούς, μετανάστες, πρόσφυγες κλπ.
Ο Βρετανός οικονομολόγος της εργασίας, καθηγητής αναπτυξιακών σπουδών στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, ο Γκάι Στάντινγκ, είχε προειδοποιήσει για αυτό, ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 2010: «Το“πρεκαριάτο” είναι μια επικίνδυνη τάξη, όχι επειδή έχει τάση προς τη βία, αλλά επειδή η απελπισία του δεν βρίσκει θεσμικά κανάλια έκφρασης, και αργά ή γρήγορα αυτή η απελπισία θα ξεσπάσει με τρόπους που είναι δύσκολο να προβλεφθούν και ακόμη πιο δύσκολο να ελεγχθούν.»
Έτσι, η «κοτοπουλοποίηση» και το «πρεκαριάτο» αποδεικνύονται οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, οι δύο πτυχές μιας ενιαίας διαδικασίας, που αναδιαμορφώνει τον κοινωνικό ιστό της σύγχρονης καπιταλιστικής εκμεταλλευτικής κοινωνίας.
Η «κοτοπουλοποίηση» περιγράφει ένα οικονομικό μοντέλο εκμετάλλευσης. Ένα μοντέλο απόλυτου ελέγχου υπό τη νομική ανεξαρτησία του «εργολάβου» ή «συνεργάτη», ένα μοντέλο μετακύλισης των κινδύνων προς τα κάτω στην τροφική αλυσίδα. Το μοντέλο αυτό μοιάζει με παγόβουνο: στην επιφάνεια φαίνεται η αστραφτερή ελαφριά κατασκευή της πλατφόρμας, ενώ κάτω από το νερό κρύβεται μια τεράστια μάζα χρεών, φόβων και ευπάθειας, την οποία φέρουν όσοι θεωρούνται τυπικά ελεύθεροι συνεργάτες!
Ο όρος «πρεκαριάτο» περιγράφει την ανθρώπινη διάσταση αυτού του μοντέλου εκμετάλλευσης. Μια κατάσταση χρόνιας αβεβαιότητας, στην οποία βρίσκεται ο άνθρωπος, στερημένος κοινωνικών εγγυήσεων, συλλογικής ταυτότητας και της δυνατότητας να σχεδιάσει τη ζωή του πέρα από ένα μήνα ή λίγες μέρες μπροστά.
Μαζί και τα δυο αυτά τα στοιχεία συνθέτουν την εικόνα ενός καπιταλισμού που έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό τελειότητας της εκμετάλλευσης, ώστε να μπορεί να αποκομίζει όλα τα πλεονεκτήματα του κεντρικού σχεδιασμού και ελέγχου, αποποιούμενος ταυτόχρονα όλες τις υποχρεώσεις που κάποτε αποτελούσαν τη βάση του κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου.
Και όσο αποκαλούμε τους διανομείς «συνεργάτες» και τους οδηγούς «ανεξάρτητους εργολάβους», όσο πείθουμε τους εαυτούς μας ότι η απουσία αναρρωτικής άδειας είναι το τίμημα της ελευθερίας και η απουσία σύνταξης είναι το κόστος του επιχειρηματικού κινδύνου, παραμένουμε αιχμάλωτοι μιας ψευδαίσθησης, η οποία επιτρέπει σε αυτό το αισχρό εκμεταλλευτικό σύστημα της πλουτοκρατίας να αναπαράγεται μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, μετατρέποντας τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων σε μια ατέρμονη σειρά βραχυπρόθεσμων συμβολαίων, ανήσυχων ύπνων και ενός αύριο που ποτέ δεν έχει τίποτα σίγουρο.
Στην πραγματικότητα, η επισφάλεια αποτελεί την άλλη όψη της δημιουργικότητας. Ο κύριος στόχος της νεοφιλελεύθερης επισφάλειας είναι να κατευθύνει, να ενσωματώσει και να οικειοποιηθεί αυτή τη δημιουργικότητα προς όφελος της συσσώρευσης κέρδους και εξουσίας των κυβερνώντων και των κεφαλαιοκρατών. Με την ευθραυστότητα των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να ενεργούν «δημιουργικά» (να αναζητούν δεύτερη δουλειά, να αναδιοργανώνουν συνεχώς το καθημερινό τους πρόγραμμα, να μειώνουν συνεχώς τις ανάγκες τους, να αναπτύσσουν τεχνικές περιορισμού των οικογενειακών εξόδων, να συμμετέχουν σε κοινωνικά δίκτυα, να αυτοσχεδιάζουν δεξιότητες). Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτών των «δημιουργικών» ενεργειών των εργαζομένων δεν τα αποκομίζουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, αλλά οι απρόσωποι πλέον εργοδότες τους.
Εάν γίνει σήμερα μια προσπάθεια οργάνωσης των εργαζομένων «πρεκαριάτων», μακριά από την προσπάθεια εμπλουτισμού του εργοδότη, τότε εκεί θα μπορέσει να υλοποιηθεί το προοδευτικό δυναμικό των «πρεκαριάτων». Μέχρι σήμερα, για το συγκεκριμένο σημείο δεν έχει βρεθεί ακόμη ένα επιτυχημένο μοντέλο, οπότε η διεξαγωγή πειραματικών προσπαθειών σε αυτό το πεδίο καθίσταται εξαιρετικά επείγουσα για όλο το κίνημα της εργατικής τάξης. Η επαναστατική εμπειρία της εργατικής τάξης κατά τον 20ο αιώνα υπάρχει. Οι γνώσεις και η ανάλυση του εκμεταλλευτικού συστήματος υπάρχουν ήδη από τον Σεπτέμβρη του 1789, όταν δημοσιεύτηκε ο πρώτος τόμος του «Κεφαλαίου» του Καρλ Μαρξ.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι τα κοτόπουλα εκτρέφονται σε γραμμή παραγωγής και τα «σκάρτα» για την αγορά απορρίπτονται. Αλλά ότι ο καπιταλισμός άρχισε να εκτρέφει και να απορρίπτει τους ανθρώπους με βάση τις ίδιες αρχές. Μετατρέπει την ύπαρξή τους σε κάτι που μοιάζει με πτηνοτροφείο, όπου το κύριο είναι η ταχύτητα αύξησης του βάρους, ενώ όλα τα υπόλοιπα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην αξιοπρέπεια, στην ασφάλεια και στην ελπίδα, αποδεικνύονται έξοδα, που μπορούν να διαγραφούν από τον αλγόριθμο χωρίς δισταγμό.
Παράλληλα με τους πολέμους που διεξάγει η ιμπεριαλιστική μορφή του καπιταλισμού σε όλον τον κόσμο, οι αλλαγές στην εκμετάλλευση του ανθρώπου είναι πολύ γρήγορες και γίνονται ολοένα γρηγορότερες στη ψηφιακή εποχή. Τα κύρια χαρακτηριστικά τους είναι η ένταση στην εκμετάλλευση και τα νέα ψηφιακά όπλα που χρησιμοποιεί η πλουτοκρατία. Ο στόχος των καπιταλιστών παραμένει αναλλοίωτος: η ολοένα μεγαλύτερη δημιουργία συσσωρευμένου πλεονάσματος (υπεραξία) με τη μορφή της θησαύρισης ή του αδρανούς κεφαλαίου.
Το θέμα είναι ότι οι σημερινοί πολιτικοί σχηματισμοί της αριστεράς στην ελληνόφωνη αποικία μας, στην συντριπτική τους πλειονότητα, δεν ασχολούνται ουσιαστικά με το θέμα· έχουν μείνει «στάσιμοι» στα θέματα της σύγχρονης ψηφιακής εκμετάλλευσης των ανθρώπων από το καπιταλιστικό σύστημα. Κι επιπλέον προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τον καπιταλισμό —όσοι πραγματικά έχουν αυτήν την στόχευση κι όχι τον εξωραϊσμό του μέσω της σοσιαλδημοκρατίας— με δεδομένα προηγούμενων δεκαετιών, για να μην πούμε του προηγούμενου αιώνα. Γι αυτό και η πλειονότητα των εργαζομένων στέκεται άβουλη μπροστά στη νέα πραγματικότητα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και δεν συμμετέχει στα παλιά μοντέλα οργάνωσης και αντίστασης, τα πολιτικά κόμματα, που κατά κανόνα δεν είναι σήμερα ικανά να συνεισφέρουν στην οργάνωση του αγώνα για την ανατροπή του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος.#
