Κατακλυστήκαμε αυτές τις μέρες από πλημμύρα απόψεων «ειδικών», που παρέλασαν από τα συνηθισμένα κανάλια των κυρίαρχων μέσων μαζικής επιβολής δίνοντας συμβουλές, αναλύοντας τον ψυχισμό των συγκεκριμένων παιδιών, «ανακαλύπτοντας» και κρίνοντας πιθανά λάθη των οικογενειών στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών κ.ο.κ.

.
Όμως η σκέψη της πράξης των δύο μαθητριών με στοιχειώνει καθημερινά και δεν με αφήνει να ησυχάσω. Οπότε θα πρέπει να με ανεχθείτε για να σας μεταφέρω τις σκέψεις ενός μη ειδικού στο θέμα:
Η στιγμή που ένα παιδί λέει «δεν θέλω πια να ζω» είναι μια στιγμή που κυριολεκτικά και μεταφορικά παγώνει τον χρόνο. Δεν είναι μια απλή φράση θυμού, απογοήτευσης ή υπερβολής. Είναι μια κραυγή που αποκαλύπτει βαθύ πόνο, μοναξιά και αδιέξοδο. Είναι η στιγμή που ένας νέος άνθρωπος νιώθει ότι δεν αντέχει άλλο το βάρος που κουβαλά. Και όταν ένας έφηβος, ένα παιδί που βρίσκεται στην αρχή της ζωής του, φτάνει σε αυτό το σημείο, τότε κανείς δεν μπορεί να πει ότι πρόκειται απλά για μια «προσωπική υπόθεση» ή «οικογενειακή υπόθεση».
Η υπόθεση των δύο 17χρονων κοριτσιών στην Ηλιούπολη συγκλόνισε πολύ κόσμο. Όχι μόνο για το ίδιο το γεγονός, αλλά κυρίως για όσα φανερώνει για τη ζωή των νέων σήμερα. Πίσω από τέτοια περιστατικά δεν υπάρχει μόνο μια δύσκολη ψυχολογική κατάσταση. Υπάρχει ένας ολόκληρος σάπιος κόσμος γεμάτος πίεση, φόβο, ανασφάλεια και αβεβαιότητα. Υπάρχει μια καθημερινή βαρβαρότητα που κάνει πολλούς νέους ανθρώπους να αισθάνονται ότι δεν έχουν χώρο να αναπνεύσουν.
Πολλοί ενήλικες δυσκολεύονται να καταλάβουν τι περνούν οι νέοι σήμερα. Συχνά ακούγεται η φράση «και εμείς δυσκολευτήκαμε όταν ήμασταν νέοι.» Είναι αλήθεια ότι κάθε γενιά αντιμετώπισε προβλήματα. Όμως η σημερινή γενιά μπορεί να μην έζησε τα χρόνια του πολέμου και της κατοχής, τα χρόνια της λευκής τρομοκρατίας και του (παρα)κράτους της δεξιάς, να μην έζησε τα δύσκολα χρόνια της στρατιωτικής χούντας, αλλά μεγαλώνει μέσα σε ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες κατάπτωσης αξιών, εξαθλίωσης και χωρίς όραμα. Μεγαλώνει σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η ανασφάλεια για το μέλλον χωρίς να βλέπει κάτι ορατό μπροστά της. Κυριαρχεί η οικονομική πίεση, η ληστρική εκμετάλλευση, η κοινωνική απομόνωση και ο συνεχής άγριος ανταγωνισμός. Και το βασικότερο είναι ότι οι νέοι σήμερα συνειδητοποιούν από πρώτο χέρι, πως θα ζήσουν μια ζωή με ακόμα χειρότερους όρους από αυτούς που ήδη ζουν οι γονείς τους, η οικογένειά τους και από αυτήν τη ζωή που έζησαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους.
Στην σάπια και διεφθαρμένη κοινωνία μας από μικρή ηλικία τα παιδιά μαθαίνουν ότι πρέπει να είναι συνεχώς καλύτερα από τους άλλους. Μαθαίνουν ότι πρέπει να παίρνουν καλούς βαθμούς, να έχουν επιτυχίες, να αποκτούν ολοένα και περισσότερες δεξιότητες, να μαθαίνουν ξένες γλώσσες, να συμμετέχουν σε αθλητικές δραστηριότητες — που κατά κύριο λόγο προωθούν τον πρωταθλητισμό — να γεμίζουν το πρόγραμμά τους με κάθε είδους δραστηριότητες· αποτέλεσμα να μην μένει καθόλου ελεύθερος χρόνος που είναι τόσο σημαντικός για τα παιδιά. Η παιδική ηλικία και η εφηβεία, αντί να είναι περίοδοι εξερεύνησης, γνωριμίας, επαφής και δημιουργίας, μετατρέπονται σε μια ατελείωτη προετοιμασία για έναν σκληρό αγώνα επιβίωσης σε μια κοινωνία κανιβάλων.
Όπως ο ρόλος της οικογένειας είναι σημαντικός για την διαπαιδαγώγηση του παιδιού, άλλο τόσο και ακόμη περισσότερο, λόγω της κοινωνικοποίησης που προσφέρει, είναι το σχολείο. Σήμερα στην εποχή της γεωμετρικής ανάπτυξης της τεχνολογίας το σχολείο θα έπρεπε να είναι χώρος γνώσης, καλλιέργειας και δημιουργικότητας. Είναι όμως ξεκάθαρα ένα ταξικό σχολείο, που ο σκοπός του είναι να «ξεσκαρτάρει» μεγάλη μάζα των μαθητών, δηλαδή να τους αφήσει εκτός της ουσιαστικής μόρφωσης. Μετατρέπει τη γνώση σε εμπόρευμα και τους μαθητές σε αριθμούς, λειτουργεί ως μηχανισμός πίεσης, υπακοής και ως μηχανισμός δημιουργίας άκρατου ανταγωνισμού. Οι μαθητές αξιολογούνται συνεχώς. Οι βαθμοί αποκτούν τεράστια σημασία. Οι εξετάσεις παρουσιάζονται σαν καθοριστικές μάχες που θα κρίνουν ολόκληρη τη ζωή τους. Φυσιολογικό επακόλουθο είναι πολλά παιδιά να αισθάνονται ότι αν αποτύχουν στις πανελλαδικές εξετάσεις, τότε έχουν αποτύχει συνολικά ως άνθρωποι. Δεν αποτελεί την εξαίρεση αυτό.
Αυτό το αίσθημα είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Γιατί η αξία ενός ανθρώπου δεν μπορεί να μετριέται με έναν βαθμό ή με μια σχολή. Όμως το σημερινό σύστημα εκπαίδευσης της χώρας, που δεν έχει στόχο την ανάπτυξη δημιουργικών ανθρώπων, δίνει ακριβώς αυτό το μήνυμα. Οι μαθητές μαθαίνουν να ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον αντί να συνεργάζονται. Μαθαίνουν να φοβούνται την αποτυχία αντί να αντιμετωπίζουν τη γνώση ως κάτι δημιουργικό και απελευθερωτικό.
Πίσω από το άγχος των εξαντλητικών εξετάσεων κρύβεται και ένας μεγαλύτερος φόβος: ο φόβος για το μέλλον! Πολλοί νέοι δεν φοβούνται μόνο μήπως γράψουν άσχημα. Φοβούνται ότι ακόμη κι αν προσπαθήσουν πολύ, πάλι δεν θα μπορέσουν να ζήσουν αξιοπρεπώς. Βλέπουν γύρω τους ανθρώπους με πτυχία να εργάζονται σε κακοπληρωμένες δουλειές, σε ευκαιριακές δουλειές του ποδαριού που δεν έχουν σχέση με τις σπουδές που έκαναν, να δυσκολεύονται να πληρώσουν ενοίκιο ή λογαριασμούς, να ζουν με μόνιμη ανασφάλεια, να μην αποφασίζουν να κάνουν οικογένεια γιατί βλέπουν ότι δεν θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές απαιτήσεις της.
Αυτό δημιουργεί ένα βαθύ αίσθημα απογοήτευσης. Οι νέοι αισθάνονται ότι η κοινωνία τους ζητά συνεχώς και ασφυκτικά να προσπαθούν περισσότερο, χωρίς όμως να υπάρχει καμία εγγύηση ότι οι κόποι τους θα ανταμειφθούν. Τουναντίον! Νιώθουν ότι πρέπει να αποδεικνύουν συνεχώς την αξία τους, ενώ ταυτόχρονα η κοινωνία τους λέει πως αν αποτύχουν, τότε φταίνε οι ίδιοι!
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η έννοια της «ατομικής ευθύνης», που τόσο προωθείται από το σάπιο και διεφθαρμένο σύστημα. Κάθε φορά που συμβαίνει ένα τραγικό περιστατικό, οι «ειδικοί» σπεύδουν να πουν ότι το πρόβλημα βρίσκεται αποκλειστικά στο άτομο ή στην οικογένεια. Και αυτό ξεκινά από την στόχευση να ιατρικοποιούν την ζωή μας, ολόκληρη την κοινωνία, στην οποία καθημερινές συμπεριφορές, συναισθήματα ή φυσιολογικές ανθρώπινες καταστάσεις μετατρέπονται σε ιατρικά ή ψυχιατρικά ζητήματα που χρήζουν διάγνωσης και θεραπείας. Μιλούν για προσωπικές αδυναμίες, για λάθη στην ανατροφή ή για προσωπικά ψυχολογικά προβλήματα. Όμως αυτή η προσέγγιση συνήθως αγνοεί ή θέλει να υποβαθμίζει τις κοινωνικές συνθήκες της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, που επηρεάζουν βαθιά τη ζωή όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων.
Κανένα παιδί δεν μεγαλώνει μέσα στο κενό, απομονωμένο σε έναν ασφαλή θάλαμο. Τα παιδιά επηρεάζονται καθημερινά από την κοινωνία γύρω τους. Από την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Από το άγχος των γονιών. Από την πίεση του σχολείου. Από τα κοινωνικά πρότυπα που προβάλλονται παντού. Από την ανασφάλεια που κυριαρχεί στην εργασία και στην καθημερινότητα.
Οι γονείς σήμερα βρίσκονται κι αυτοί κάτω από τεράστια πίεση. Πολλοί ψάχνουν κάποια δουλειά, έστω και του ποδαριού, για να έχουν ελάχιστα έσοδα που θα καλύψουν ένα μέρος των καθημερινών αναγκών της οικογένειας. Πολλοί εργάζονται ατελείωτες ώρες για να καλύψουν βασικές ανάγκες. Η καλπάζουσα ακρίβεια, τα υψηλά ενοίκια, οι ατέλειωτοι λογαριασμοί και οι χαμηλοί μισθοί δημιουργούν συνεχές άγχος. Υπάρχουν πάρα πολλές οικογένειες που δυσκολεύονται ακόμη να καλύψουν τα βασικά έξοδα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να στηρίξουν τα παιδιά τους στις απαιτήσεις του σχολείου και της καθημερινότητας.
Αυτή η πίεση επηρεάζει τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα στο σπίτι. Όχι επειδή οι γονείς δεν αγαπούν τα παιδιά τους ή δεν τα μεγαλώνουν με «σωστές αρχές», αλλά επειδή συχνά είναι εξαντλημένοι ψυχικά και σωματικά. Πολλές οικογένειες δεν έχουν χρόνο να επικοινωνήσουν ουσιαστικά. Οι ρυθμοί ζωής στον καπιταλιστικό κόσμο μας είναι τόσο γρήγοροι και απαιτητικοί, που η καθημερινότητα μετατρέπεται σε έναν συνεχή αγώνα ταχύτητας για επιβίωση.
Ταυτόχρονα η ψυχική υγεία παραμένει ένα ζήτημα που αντιμετωπίζεται ανεπαρκώς. Παρότι, λόγω της βάρβαρης κοινωνικής καθημερινότητας που ζουν, όλο και περισσότεροι νέοι βιώνουν άγχος, κρίσεις πανικού, κατάθλιψη ή έντονη μοναξιά, οι δημόσιες δομές υποστήριξης είναι περιορισμένες ή ανύπαρκτες, ενώ συχνά η κυβερνητικές πολιτικές συρρικνώνουν τις υπάρχουσες και υπολειτουργούν. Πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε ψυχολόγο ή ψυχίατρο είτε λόγω κόστους είτε λόγω έλλειψης υπηρεσιών.
Ακόμη και σήμερα, πολλοί φοβούνται να μιλήσουν ανοιχτά για τις σκέψεις τους, τους φόβους τους, την ψυχική τους κατάσταση. Υπάρχει ακόμη έντονο το κοινωνικό στίγμα. Πολλά παιδιά φοβούνται ότι θα θεωρηθούν «αδύναμα» ή «προβληματικά». Έτσι κλείνονται περισσότερο στον εαυτό τους και υποφέρουν σιωπηλά.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο που επιδεινώνει την κατάσταση στη σημερινή νεολαία είναι η επίδραση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Οι νέοι περνούν πολλές ώρες καθημερινά στο διαδίκτυο (τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι ξεπεράσαμε τις οχτώ ώρες καθημερινά μπροστά από μια οθόνη), βλέποντας εικόνες που παρουσιάζουν μια ζωή τέλεια, εύκολη και γεμάτη επιτυχία. Ινφλουένσερς, σελέμπριτις και διάφορες διαδικτυακές προσωπικότητες προβάλλουν συνεχώς πλούτο, ομορφιά, δημοφιλία και πολυτέλεια· παράλληλα προβάλλουν την βία, την βλακεία και την καταστροφή σαν εκτόνωση. Δημιουργείται έτσι στο μυαλό του παιδιού μια ψεύτικη εικόνα της πραγματικότητας, χωρίς αξίες, αλλά με απλησίαστο πλούτο και χλιδή.
Με αυτόν τον τρόπο οι νέοι αρχίζουν να συγκρίνουν τη ζωή τους με αυτές τις εικόνες. Νιώθουν ότι υστερούν, ότι δεν είναι αρκετά όμορφοι, αρκετά επιτυχημένοι ή αρκετά σημαντικοί. Η αξία του ανθρώπου φαίνεται να μετριέται με followers, likes και διαδικτυακή αναγνώριση. Αυτή η συνεχής σύγκριση ενισχύει την ανασφάλεια και τη χαμηλή αυτοεκτίμηση, καταστρέφει τον εγκέφαλο.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο επειδή τα κοινωνικά δίκτυα λειτουργούν και ως χώροι πίεσης και επιθετικότητας. Το bullying, οι προσβολές, η δημόσια έκθεση και η προτροπή σε έγκλημα ή ακόμη και σε αυτοκτονία μέσω ηλίθιων δοκιμασιών ή παιχνιδιών, μπορούν να επηρεάσουν βαθιά την ψυχολογία ενός εφήβου. Ένα σχόλιο ή μια διαδικτυακή επίθεση μπορεί να αφήσει έντονα ψυχικά τραύματα.
Παράλληλα, η νέα γενιά μεγαλώνει βλέποντας γύρω της έναν κόσμο γεμάτο κρίσεις. Οικονομικές κρίσεις, πόλεμοι, κοινωνικές συγκρούσεις, περιβαλλοντική καταστροφή. Οι νέοι βομβαρδίζονται καθημερινά με αρνητικές ειδήσεις και καταστροφικές εικόνες. Όλοι αισθάνονται ότι ο κόσμος μας γίνεται όλο και πιο σκληρός, καταστροφικός και αβέβαιος.
Αυτό δημιουργεί ένα βαθύτερο αίσθημα ανασφάλειας. Πώς μπορεί ένας νέος να αισθανθεί αισιόδοξος όταν ακούει συνεχώς για πολέμους, γενοκτονίες, βία, φρικτές δολοφονίες, φτώχεια και κοινωνική αδικία; Πώς μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον του, όταν νιώθει ότι όλα γύρω του είναι ασταθή και δεν μπορεί να στηριχθεί πουθενά όχι για να ξεχωρίσει, αλλά απλώς για να επιβιώσει;
Μέσα σε αυτήν την σκληρή πραγματικότητα, η μοναξιά, η απογοήτευση και η παραίτηση θεριεύουν. Παρότι οι νέοι νομίζουν ότι είναι συνεχώς συνδεδεμένοι (ψηφιακά), αυτό αποτελεί μια ψευδαίσθηση χωρίς πραγματική ανθρώπινη επικοινωνία και νιώθουν όλο και περισσότερο απομονωμένοι. Οι πραγματικές σχέσεις των νέων ανθρώπων γίνονται ολοένα και πιο δύσκολες. Η βαθιά επικοινωνία μεταξύ προσωπικών φίλων αντικαθίσταται συνήθως από γρήγορες και επιφανειακές επαφές.
Οι νέοι έχουν ανάγκη από ουσιαστική ανθρώπινη επαφή! Έχουν ανάγκη να αισθάνονται ότι ανήκουν κάπου, ότι κάποιος τους ακούει και τους καταλαβαίνει. Όταν αυτό λείπει από την πραγματική ζωή, η απογοήτευση και η απόγνωση γίνονται πιο έντονες.
Η κοινωνία μας όμως σήμερα διδάσκει το αντίθετο. Προωθεί τον ατομισμό, την απομόνωση και τον ανταγωνισμό. Διδάσκει ότι ο καθένας πρέπει να παλεύει μόνος του για να επιβιώσει και να πετύχει, να ξεχωρίσει από τους άλλους με οποιοδήποτε κόστος. Ότι η επιτυχία είναι προσωπική υπόθεση και ότι όποιος δεν τα καταφέρνει είναι υπεύθυνος αυτός και μόνον αυτός για τη μοίρα του.
Αυτή η λογική δημιουργεί τεράστια ψυχολογική πίεση. Γιατί κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει μόνος του τα πάντα. Οι άνθρωποι χρειάζονται την κοινότητα, τον συγχρωτισμό, τη στήριξη, τη συνεργασία, την αλληλεγγύη. Χρειάζονται τις ομάδες, τις φιλίες και όλες τις συλλογικές εμπειρίες που να δίνουν νόημα στη ζωή. Βασικές ανθρώπινες ανάγκες που δίνουν νόημα στη ζωή.
Ιδιαίτερα οι νέοι έχουν ανάγκη από χώρους όπου μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα. Αυτό σημαίνει πολιτισμό, μουσική, αθλητισμό, τέχνη, δημιουργία και για όλα αυτά απαιτείται όχι μόνον ο απαραίτητος τόπος-φορέας, αλλά και ο απαραίτητος χρόνος. Όμως πολλές φορές όλα αυτά θεωρούνται «δευτερεύοντα» μπροστά στην πίεση για επιδόσεις, για διάκριση και παραγωγικότητα.
Η ζωή όμως δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο εντατικό σχολικό διάβασμα, στη δουλειά και στην αγωνία για το μέλλον. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να χαρούν, να ερωτευτούν, να αγαπήσουν, να δημιουργήσουν, να γελάσουν, να ονειρευτούν μαζί με άλλους, να έχουν ένα όραμα για τη ζωή μέσα σε μια κοινωνία δικαιοσύνης, να νιώσουν ότι ζουν πραγματικά και ότι αξίζει να ζουν.
Η νέα γενιά αξίζει κάτι καλύτερο από μια ζωή γεμάτη πίεση, άγχος και εξάντληση. Αξίζει να μεγαλώνει σε μια κοινωνία που να δίνει προοπτική και ελπίδα κι όχι εμπορευματοποίηση των πάντων. Σε μια κοινωνία όπου η μόρφωση δεν θα είναι ατελείωτος ανταγωνισμός αλλά δικαίωμα στη γνώση. Όπου η εργασία δεν θα σημαίνει άσκοπη εξάντληση και ανασφάλεια, αλλά αξιοπρεπή ζωή με κοινωνικούς στόχους.
Στη νέα γενιά αξίζει επίσης μια κοινωνία που να επενδύει πραγματικά στην ψυχική υγεία. Μια κοινωνία που να στέκεται δημιουργικά, απέναντι στον κυρίαρχο τρόπο αντίληψης και αντιμετώπισης των θεμάτων ψυχικής υγείας μόνον σαν κέρδος. Μια προοδευτική κοινωνία με δημιουργική άποψη, που συνίσταται στην υπέρβαση των στείρων κατηγοριοποιήσεων και των αναγωγιστικών και μονοδιάστατων βιολογικών προσεγγίσεων. Μια κοινωνία που θα τολμά να απο-ιατρικοποιήσει τη φτώχεια, την εκμετάλλευση, τη δυστυχία, τον πόνο και το σύνολο των φυσιολογικών ανθρώπινων συναισθημάτων και συμπεριφορών, που εδώ και δύο αιώνες έχουν μπει στο μικροσκόπιο της σύγχρονης ψυχιατρικής επιστήμης. Μια κοινωνία που δεν θα αναπτύσσει την τοξικότητα στην ψυχολογία, όπου οι επιστήμονες ψυχολόγοι δεν θα προκαλούν σκόπιμα βλάβη στους ανθρώπους που τους πλησιάζουν προσπαθώντας υποτίθεται να βρουν μια λύση στα προβλήματά τους.
Μια κοινωνία που να παρέχει δωρεάν και εύκολη πρόσβαση σε υποστήριξη για όσους τη χρειάζονται. Που να μην ιατρικοποιεί και στοχοποιεί την φυσιολογική ζωή. Που να μαθαίνει στα παιδιά ότι δεν είναι ντροπή να ζητούν βοήθεια όταν δυσκολεύονται. Και να ξέρουν ότι αν χρειαστούν βοήθεια θα την βρουν αμέσως.
Για να βελτιώσουμε, σαν άνθρωποι που βιώνουμε την καταπίεση του εκμεταλλευτικού συστήματος, όλες τις προσωπικές εμπειρίες μας, πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε συλλογικά τις καταπιεστικές πολιτικές και κοινωνικές δομές. Να εκθέσουμε την πραγματικότητα και να μην επιτρέψουμε να συνεχίζει να διαπράττεται άλλη αδικία.
Τα σχολεία θα έπρεπε — και μπορούν — να παίξουν τεράστιο ρόλο σε αυτό. Ένα σχολείο που στηρίζει πραγματικά τους μαθητές δεν ενδιαφέρεται μόνο για τις «ξερές» επιδόσεις τους. Ενδιαφέρεται για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη της προσωπικότητά τους, για τη ψυχική τους κατάσταση, για τις ανάγκες και τα ταλέντα τους. Δημιουργεί περιβάλλον συνεργασίας, βοήθειας, ανάπτυξης των δεξιοτήτων για όλους και όχι ένα στυγνό περιβάλλον συνεχούς ανταγωνισμού.
Το ίδιο σημαντικό είναι να αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την επιτυχία στη ζωή μας. Η επιτυχία δεν μπορεί να σημαίνει μόνο τα χρήματα, την φήμη και την επαγγελματική άνοδο. Ένας άνθρωπος είναι επιτυχημένος όταν μπορεί να ζει με αξιοπρέπεια, να έχει ουσιαστικές σχέσεις, να συμμετέχει στην κοινωνική ζωή, να αισθάνεται δημιουργικός και ψυχικά ισορροπημένος.
Σήμερα όμως κυριαρχεί η αντίληψη ότι ο άνθρωπος αξίζει μόνο αν είναι παραγωγικός και ανταγωνιστικός. Αυτή η λογική, ότι η ζωή μας αρχίζει και τελειώνει στο χώρο της δουλειάς, και ότι ο μόνος στόχος μας είναι η απόκτηση ολοένα και περισσότερων χρημάτων, εξαντλεί ψυχικά τους ανθρώπους, ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους που προσπαθούν συνεχώς να ανταποκριθούν σε υπερβολικές απαιτήσεις.
Γι’ αυτό χρειάζεται μια διαφορετική κοινωνική κουλτούρα. Μια κουλτούρα που να δίνει μεγαλύτερη αξία στην ανθρώπινη ζωή, στη συνεργασία και στη συλλογικότητα. Που να διδάσκει στα παιδιά ότι δεν χρειάζεται να είναι τέλεια για να αξίζουν.
Οι νέοι χρειάζονται να ακούσουν και να μάθουν ότι η ζωή δεν είναι αγώνας ταχύτητας. Ότι δεν χρειάζεται να αποδείχνουν συνεχώς την αξία τους. Ότι έχουν δικαίωμα να κάνουν λάθη, να κουραστούν, να αλλάξουν δρόμο, να αναζητήσουν βοήθεια.
Κάθε φορά που ένα παιδί φτάνει στο σημείο να πει «δεν θέλω πια να ζω», η κοινωνία οφείλει να αναρωτιέται τι δεν έκανε σωστά, που απότυχε. Οφείλει να εξετάζει όχι μόνο τις προσωπικές ιστορίες αλλά και τις κοινωνικές συνθήκες που γεννούν τέτοια απόγνωση.
Δεν αρκεί να συγκλονιζόμαστε προσωρινά και μετά από λίγο καιρό να το ξεχνάμε. Χρειάζεται ουσιαστική αλλαγή. Χρειάζεται να δημιουργηθούν συνθήκες που να επιτρέπουν στους νέους να ζουν με περισσότερη ασφάλεια, αξιοπρέπεια και ελπίδα.
Η νέα γενιά δεν έχει ανάγκη μόνο από συμβουλές από ειδικούς για το πώς να αντέξει την πίεση. Έχει ανάγκη από έναν κόσμο πιο ανθρώπινο. Έναν φυσιολογικό κόσμο όπου η ζωή δεν θα περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από τον ανταγωνισμό, το χρήμα και δεν θα υπολογίζει τον άνθρωπο μόνο σαν παραγωγική μονάδα ικανή να αποφέρει κέρδος.
Οι νέοι άνθρωποι δεν χρειάζονται την ολόκληρη βιομηχανία προτύπων που να χτίζεται πάνω στη λατρεία του χρήματος, της επίδειξης, της πλαστής ομορφιάς (κακογουστιάς) και του ατομικού δρόμου.
Χρειάζονται μια κοινωνία που να προστατεύει πραγματικά τους ανθρώπους της. Που να επενδύει στην παιδεία, στην υγεία, στον πολιτισμό και στις ανθρώπινες σχέσεις. Που να μην αντιμετωπίζει τους νέους ως αριθμούς ή μελλοντικούς εργαζόμενους, αλλά ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες με ανάγκες, συναισθήματα, όνειρα και δημιουργικό μέλλον.
Γιατί κάθε παιδί έχει δικαίωμα να μεγαλώνει χωρίς να φοβάται συνεχώς το μέλλον. Έχει δικαίωμα να ονειρεύεται χωρίς να αισθάνεται ότι όλα κρίνονται από μια εξέταση ή από μια επαγγελματική επιτυχία. Έχει δικαίωμα να απολαμβάνει τη ζωή χωρίς να πνίγεται από το άγχος και την ανασφάλεια.
Η θλίψη που προκαλούν τέτοια περιστατικά απόγνωσης των δύο 17χρονων κοριτσιών πρέπει να μετατρέπεται σε συλλογική ανάγκη για αλλαγή. Όχι μόνο σε λόγια συμπόνιας και ιατρικοποιημένες συμβουλές από ειδικούς, αλλά σε ουσιαστική προσπάθεια για μια καλύτερη κοινωνία. Μια κοινωνία όπου οι νέοι θα μπορούν να ζουν πραγματικά και όχι απλώς να επιβιώνουν.
Γιατί η ζωή δεν μπορεί να είναι μόνο αγώνας, φόβος και πίεση. Η ζωή πρέπει να έχει χώρο για όνειρα, δημιουργία, αγάπη, φιλία, γνώση και ελευθερία. Και καμία κοινωνία δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά υγιής όταν τα μέλη της χάνουν την ελπίδα τους τόσο νωρίς.
Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό μήνυμα που αφήνουν πίσω τους τέτοιες τραγωδίες: ότι πρέπει να ξανασκεφτούμε σοβαρά τον τρόπο με τον οποίο ζούμε, μορφωνόμαστε, εργαζόμαστε, δημιουργούμε και σχετιζόμαστε μεταξύ μας. Τέτοιες τραγωδίες δυναμώνουν περισσότερο την οργή μας για τον κόσμο της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Γιατί πίσω από κάθε παιδί που νιώθει ότι δεν αντέχει άλλο, υπάρχει μια κοινωνία που οφείλει να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Και έχουμε όλοι μας ευθύνη να παλέψουμε για να την αλλάξουμε αυτήν την κοινωνία, να την ανατρέψουμε, για να δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Είναι επείγον τώρα να αγωνιστούμε για μια κοινωνία που δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι άνθρωποι να ζουν με αξιοπρέπεια, με κατοχυρωμένο δικαίωμα στη δουλειά, στη μόρφωση, στον πολιτισμό, στον αθλητισμό, στον ελεύθερο χρόνο, στη συλλογική ζωή. Μια κοινωνία όπου τα παιδιά θα μεγαλώνουν με τη βεβαιότητα ότι μπορούν να αναπτύσσουν ολόπλευρα την προσωπικότητά τους, τις κλίσεις, τα όνειρα και τις δυνατότητές τους.#
[Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι το έργο «Φοιτητές της Ραμπφάκοβ» (Рабфаковцы), 1971, του σοβιετικού ζωγράφου και γραφίστα Илья Ефимович (Юхимович) Васильченко (1/8/1916 – 29/2/1992).]
