Ο Γιόσεφ Ρότ γεννήθηκε το 1894 από εβραίους γονείς στην ανατολική Γαλικία (σημερ. Ουκρανία) και πέθανε στο Παρίσι το 1939. Σπούδασε φιλοσοφία και γερμανική φιλολογία στο Λέμπεργκ και στη Βιέννη. Δούλεψε ως δημοσιογράφος και υπήρξε από τους πιο σημαντικούς γερμανόφωνους συγγραφείς με πλούσιο σημαντικό έργο και σπουδαία μυθιστορήματα (ενδεικτικά “Εμβατήριο Ραντένσκι”, “Hotel Savoy”, “Η κρύπτη των καπουτσίνων”, “Ο θρύλος του αγίου πότη”).
Ο Ρότ ήταν ο ποιητής της ζωής στους δρόμους του Βερολίνου τη δεκαετία του 1920. Μιας πόλης που έσφυζε από κόσμο και παλμό, σε μια περίοδο όμως παρακμής. Ο Ροτ περιπλανιόταν στην πόλη καταγράφοντας τις ιδιομορφίες της, τις ασήμαντες λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής χωρίς συναισθηματισμούς, σαν κινηματογραφική κάμερα.
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
BRUNO JASIENSKI “ΘΑ ΚΑΨΩ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ”
μτφ. Αναστασία Χατζηγιαννίδη, εκδόσεις Έρμα

Διάσημο αλλά και ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο την εποχή που δημοσιεύτηκε, μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες, το μυθιστόρημα” Θα κάψω το Παρίσι” πλέον κατατάσσεται στα μείζονα επιτεύγματα της πολωνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα αποτελώντας ένα κρυμμένο διαμάντι του κεντροευρωπαϊκού μοντερνισμού
Ο νεαρός Γάλλος εργάτης Πιερ βλέπει τη ζωή του να καταστρέφεται όταν ξαφνικά απολύεται από τη δουλειά του, η αγαπημένη του τον εγκαταλείπει και ο σπιτονοικοκύρης του τον πετάει έξω. Βυθισμένος στην απόγνωση, περιπλανιέται στους δρόμους του Παρισιού, πασχίζοντας να επιβιώσει στις σκληρές και άγριες συνθήκες της πόλης με μεγάλες κοινωνικές ανισότητες.
Την παραμονή των εορτασμών για την επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης, η απελπισία και η απύθμενη οργή για ένα σύστημα που τον καταδίκασε στο περιθώριο, ωθούν τον εργάτη Πιέρ να αδειάσει δύο σωλήνες με τον βάκιλο της πανούκλας, στη δεξαμενή που τροφοδοτείται το Παρίσι με νερό. Η πόλη μολύνεται, ο ιός εξαπλώνεται, οι νεκροί πληθαίνουν και ένας ανηλεής αγώνας για επιβίωση ξεκινά. Η γλώσσα του μυθιστορήματος είναι πυκνή, περιγραφική, με θαυμαστές μεταφορές και ανατρεπτικές εικόνες.
Ο Μπρούνο Γιασένσκι (1901-1938) ήταν Πολωνός λογοτέχνης και πρωτοποριακός εκφραστής του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Γεννήθηκε ως Βίκτορ Μπρούνο Ζίσμαν στο Κλιμόντουφ, μια κωμόπολη της σημερινής νοτιανατολικής Πολωνίας. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου μετακομίζει με την οικογένειά του στη Ρωσία, όπου ο Γιασένσκι θα έρθει σε επαφή με τα αβάν γκαρντ κινήματα της εποχής, τη ρωσική πρωτοπορία και τον φουτουρισμό. Μετά το τέλος του πολέμου επιστρέφει στην Πολωνία, σπουδάζει φιλοσοφία και στη συνέχεια μετακομίζει με την γυναίκα του στο Παρίσι, όπου το 1928 εκδίδεται το μυθιστόρημά του. Διώχνεται από την Γαλλία, καταφεύγει στο Λένινγκραντ και τον Σεπτέμβριο του 1938 θα δικαστεί ως μέλος αντεπαναστατικής οργάνωσης και θα εκτελεστεί την ίδια μέρα.
ΝΤΙΝΤΙΕ ΕΡΙΜΠΟΝ “Η Ζωή, τα Γηρατειά και ο Θάνατος μιας Γυναίκας του Λαού”
μτφ. Γιάννης Στεφάνου, εκδόσεις Νήσος

Ο συγγραφέας αναφέρεται στα τρία αυτά γεγονότα, «μιας γυναίκας του λαού», της μητέρας του. Η ζωή της μητέρας του σε όλες της τις εκφάνσεις: από την εποχή που ήταν οικιακή βοηθός, καθαρίστρια και κατόπιν εργάτρια σε εργοστάσιο, μέχρι τα χρόνια της συνταξιοδότησης, της σταδιακής σωματικής κατάπτωσης και της εισαγωγής σε οίκο ευγηρίας. Πρόθεσή του, όπως λέει, δεν είναι να σκιαγραφήσει ένα «ατσαλάκωτο» πορτρέτο: ο ελεγειακός τόνος εναλλάσσεται περίτεχνα με μια νηφάλια καταγραφή που συνομιλεί με πλήθος έργων από τα πεδία της λογοτεχνίας, της κοινωνιολογίας, της φιλοσοφίας. Ο Εριμπόν, καθώς αφηγείται τη φθίνουσα πορεία της μητέρας του προς το τέλος, θέτει συγχρόνως καίρια ερωτήματα για τη σχέση μας με τους ηλικιωμένους, για τη σχέση των ηλικιωμένων με τον χρόνο και τον θάνατο, για τις συνθήκες διαβίωσης στις μονάδες φροντίδας.
Ένα βαθιά ανθρώπινο βιβλίο, που διαβάζοντάς το «βλέπεις με άλλα μάτια», τη σχέση σου με κοντινούς σου ηλικιωμένους ανθρώπους.
Ο Ντιντιέ Εριμπόν (Didier Eribon) γεννήθηκε στη Ρενς (Reims) το 1953. Σπούδασε φιλοσοφία στη Ρενς και στο Παρίσι, δίδαξε επί χρόνια σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ και διετέλεσε καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αμιένης στη Γαλλία. Εργάστηκε επίσης ως δημοσιογράφος και κριτικός βιβλίων, και συνδέθηκε φιλικά με τον Μισέλ Φουκώ και τον Πιερ Μπουρντιέ, με τον οποίο ανέπτυξε επιπλέον στενή συνεργασία. To 2008 τιμήθηκε με το βραβείο Brudner, που απονέμεται από το Πανεπιστήμιο του Γέιλ για σημαντικά επιτεύγματα στο πεδίο των ΛΟΑΤΚΙ σπουδών.

