Στις 26 Δεκέμβρη 2025, η σιωνιστική οντότητα του ισραήλ, γνωστή ως κράτος-δολοφόνος, αναγνώρισε την επαρχία της Σομαλιλάδης (Somaliland) – ιστορικό έδαφος της Σομαλίας – ως κράτος. Παρόλο που η επαρχία αποσχίστηκε από τη Σομαλία το 1991, το αυτοαποκαλούμενο κράτος Σομαλιλάντ στο Κέρας της Αφρικής δεν αναγνωρίζεται ούτε από τα Ηνωμένα Έθνη ούτε από την Αφρικανική Ένωση.
Να σημειώσουμε ότι στις αρχές του 2023, βίαιες συγκρούσεις μεταξύ δύο μεγάλων φυλών και της λεγόμενης διοίκησης της Σομαλιλάνδης οδήγησαν στον de facto διαχωρισμό σημαντικών τμημάτων τριών ανατολικών περιοχών της επαρχίας. Στη συνέχεια, αυτές οι φυλές ίδρυσαν μια νέα περιφερειακή διοίκηση ενσωματωμένη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Σομαλίας, γνωστή ως Βορειοανατολική Πολιτεία της Σομαλίας, η οποία ασκεί πλέον de facto έλεγχο στο μισό σχεδόν του εδάφους που είναι κοινώς γνωστό ως Σομαλιλάνδη.
Η αναγνώριση του ισραήλ θέλει να αγνοεί σε μεγάλο βαθμό αυτές τις πραγματικότητες που επικρατούν επί τόπου. Η σομαλική κυβέρνηση θεωρεί τη Σομαλιλάνδη αναπόσπαστο μέρος του εδάφους της. Το σιωνιστικό μόρφωμα είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο που την αναγνώρισε. Μια τρομοκρατική, αποικιακή, απαρτχάιντ, γενοκτονική οντότητα που αναγνωρίζει μια μη αναγνωρισμένη από κανέναν άλλον περιοχή — η οποία υποστηρίζει την τρομοκρατία στη Σομαλία για να προωθήσει την αποσχιστική της ατζέντα — είναι μια πράξη τρέλας και στρατηγικής εσφαλμένης εκτίμησης;
Η κίνηση του τεχνητού κράτους του ισραήλ λειτουργεί πρώτα ως οπτικό επιχείρημα: το ανακοινωθέν, το έμβλημα και ο χάρτης δεν περιγράφουν ένα κράτος, αλλά το θεσμοθετούν. Αντιμετωπίζοντας τη Σομαλιλάνδη ως κυρίαρχο κρατικό παράγοντα, η εικόνα μετατοπίζει τη συζήτηση από τη νομιμότητα στην πράξη. Αυτή η οπτική πλαισίωση αναστατώνει την αραβο-μουσουλμανική συναίνεση και ξανανοίγει το στρατηγικό παιχνίδι στον Κόλπο. Τώρα οι αποσχιστές της Σομαλιλάνδης λένε ότι «αναγνωρίσαμε το ισραήλ και αυτό μας αναγνώρισε», αλλά το σιωνιστικό μόρφωμα δεν έχει σεβαστεί ποτέ τις αρχές τού λεγόμενου μέχρι τώρα «διεθνούς δικαίου». Ας μην ξεχνάμε ότι το ισραήλ είναι μια αποικιοκρατική δύναμη που καταλαμβάνει τα παλαιστινιακά εδάφη.

.
Μετά την ανακοίνωση της αναγνώρισης, ξέσπασαν διαμαρτυρίες στο Μογκαντίσου (Muqdisho) και σε άλλες πόλεις της Σομαλίας, με πλήθη να φωνάζουν συνθήματα για την εθνική ενότητα και να κυματίζουν παλαιστινιακές σημαίες σε ένδειξη αλληλεγγύης. Εκτός από την ενίσχυση των φόβων ότι η κίνηση του σιωνιστικού μορφώματος αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής για την αναγκαστική μετεγκατάσταση των Παλαιστινίων από τη Γάζα στη Σομαλιλάνδη, φαίνεται να έχει αναζωπυρώσει μια άλλη συζήτηση: οι σιωνιστικές φιλοδοξίες εκτείνονται πέρα από την Παλαιστίνη!
Αυτό συμβαίνει επειδή θεωρείται η κίνηση της σιωνιστικής οντότητας ως το τελευταίο κεφάλαιο σε ένα αιώνα σιωνιστικής κατάληψης γης και δημογραφικής μηχανικής, η οποία ιστορικά είχε στοχεύσει απομακρυσμένα εδάφη σε μια εποχή που η πλήρης πρόσβαση στην παλαιστινιακή γη φαινόταν αμφίβολη.
Η κυριαρχία της Σομαλιλάνδης έχει γίνει όλο και περισσότερο θέμα πολιτικού διαλόγου, με αυξανόμενα περιφερειακά και διεθνή συμφέροντα. Νωρίτερα τον Δεκέμβρη, ο Βρετανός πρώην υπουργός Άμυνας Ουίλιαμσον (Sir Gavin Alexander Williamson, 26/6/1976-), πρότεινε ότι η επίσημη αναγνώριση της Σομαλιλάνδης θα μπορούσε να επιδιωχθεί υπό την κυβέρνηση Τραμπ (Donald John Trump, 14/6/1946-). Εν τω μεταξύ, οι συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβρη στην Βουλή των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου υπογράμμισαν το ενδιαφέρον της Βρετανίας για τη διατήρηση στενών δεσμών με τη Σομαλιλάνδη, αντανακλώντας την κατεύθυνση και τα συμφέροντα της διεθνούς γεωπολιτικής, ιδίως σε τομείς όπως η θαλάσσια ασφάλεια, η εμπορική εφοδιαστική και η ενέργεια. Η προσπάθεια για την ανεξαρτησία της Σομαλικής αυτής περιοχής και της διαίρεσης του λαού της Σομαλίας διασταυρώνεται με τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των παγκόσμιων δυνάμεων, συνήθως σε βάρος της περιφερειακής ειρήνης και σταθερότητας.
Οι συζητήσεις αυτές στους διαδρόμους και τα υπόγεια της εξουσίας στη Δύση έχουν εγείρει ανησυχίες σχετικά με τη σύγκρουση των στρατηγικών συμφερόντων, ιδίως σε τομείς όπως η ναυτιλία, η παγκόσμια εμπορική εφοδιαστική και η ενέργεια. Αυτές οι δυναμικές αποκαλύπτουν ένα πολύπλοκο πλέγμα κινήτρων που οδηγούν στην επιδίωξη της ανεξαρτησίας της Σομαλιλάνδης, όπου τα συμφέροντα των παγκόσμιων δυνάμεων για τους πόρους της περιοχής μερικές φορές έχουν προτεραιότητα τόσο σε βάρος της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή όσο και των φιλοδοξιών για κυριαρχία ντόπιων ηγετών. Η παλιά καλή συνταγή της Βρετανικής αποικιοκρατίας, να σπέρνει διχόνοια στον λαό μιας περιοχής ώστε να μπορεί να την εκμεταλλεύεται, υλοποιείται για ακόμη μια φορά!
Οι επιχειρήσεις και οι ενδιαφερόμενοι φορείς στο Κέρας της Αφρικής, είναι σημαντικό να σταθμίσουν και να εξετάσουν το γεωπολιτικό τοπίο, να αναλύσουν τους κινδύνους που μπορεί να έχει αυτή η εξέλιξη στις δραστηριότητές τους.
Η κίνηση αυτή της σιωνιστικής οντότητας να αναγνωρίσει την Σομαλική περιοχή σαν κράτος, προκάλεσε ευρεία κατακραυγή και διεθνή καταδίκη, με την Αφρικανική Ένωση (African Union) να απαιτεί την ανάκλησή της. Απρόσβλητος, ο σιωνιστής υπουργός Εξωτερικών Γκιντεόν Σαάρ (Gideon Sa’ar, 9/12/1966-), του κόμματος ακροδεξιού κόμματος Likud, επισκέφθηκε την Χαργκέισα (Hargeisa) στις 6 Γενάρη 2026, υπογράφοντας ένα μνημόνιο κατανόησης για συνεργασία σε πολλαπλούς τομείς, συμπεριλαμβανομένης της «άμυνας». Ο αποκαλούμενος πρόεδρος των αυτονομιστών Αμπντιραχμάν Μοχάμεντ Αμπντουλάχι (Abdirahman Mohamed Abdullahi, 24/4/1956-) χαιρέτισε την επίσκεψη ως «ιστορικό ορόσημο» στην προσπάθεια της Σομαλιλάνδης για διεθνή νομιμοποίηση.

.
Αυτές οι εξελίξεις προκαλούν σημαντική ανησυχία στους γείτονες της επαρχίας της Σομαλιλάνδης σε ολόκληρο το Κέρας της Αφρικής, με τους οποίους οι αποσχιστές έχουν εξαιρετικά τεταμένες σχέσεις, οι οποίες έχουν οδηγήσει σε πλήρη σύγκρουση σε πολλές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Είναι κατανοητό ότι υπάρχει ευρέως διαδεδομένος φόβος ότι η ισραηλινή — συνεπώς και η αμερικανική — στρατιωτική παρουσία στην περιοχή θα ενθαρρύνει τόσο τους ηγέτες της Χαργκέισα να εντείνουν την επιθετικότητά τους και να καταλάβουν τα αμφισβητούμενα εδάφη που διεκδικούν όσο και την κυβέρνηση της Σομαλίας που θέλει ακέραια τη χώρα. Ωστόσο, οι φόβοι δεν παραμένουν στην περιοχή, αλλά σοβαρές ανησυχίες εκφράζονται και σε ολόκληρη τη Δυτική Ασία.
Εδώ και καιρό κυκλοφορούν φήμες ότι η περιοχή της αποσχισμένης Σομαλιλάνδης θεωρείται από τις ΗΠΑ και το ισραήλ ως πιθανός προορισμός για τον Παλαιστινιακό πληθυσμό της Γάζας, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για περαιτέρω σιωνιστική αποίκιση και την πλήρη εξάλειψη της Παλαιστίνης. Η αναγνώριση φαίνεται να αποτελεί ένα βήμα προς αυτήν τη σκιώδη κατεύθυνση. Επιπλέον, τον Νοέμβρη του 2025, το Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας (Institute for National Security Studies, INSS) με έδρα το Τελ Αβίβ — και υψηλή επιρροή — δημοσίευσε ένα έγγραφο στο οποίο αναφερόταν ρητά ότι η Σομαλιλάνδη ήταν «ιδανικός υποψήφιος» για «στρατηγική συνεργασία», προς εξυπηρέτηση πολυάριθμων γεωπολιτικών και στρατιωτικών στόχων. Κυριότερος μεταξύ αυτών, μια «μελλοντική εκστρατεία» κατά του κινήματος Ανσαραλλάχ (AnsarAllah) της Υεμένης.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της γενοκτονίας στη Γάζα, οι Ανσαραλλάχ στάθηκαν αταλάντευτοι στην υπεράσπιση του Παλαιστινιακού λαού. Αυτό περιελάμβανε άμεσες επιθέσεις στην καρδιά της σιωνιστικής οντότητας με μη επανδρωμένα ιπτάμενα σκάφη, υπερηχητικούς πυραύλους, καθώς και αποκλεισμό της Ερυθράς Θάλασσας. Η τελευταία προσπάθεια διήρκεσε σχεδόν δύο χρόνια, προκαλώντας τεράστια αναστάτωση στο παγκόσμιο εμπόριο και παραλύοντας τα λιμάνια του σιωνιστικής οντότητας, σε βαθμό που οδήγησε στο πλήρες κλείσιμό τους. Στην πορεία, οι Ανσαραλλάχ νίκησαν με θριαμβευτικό τρόπο δύο μεγάλες αγγλοαμερικανικές αεροπορικές και ναυτικές προσπάθειες για την ανάκτηση του ελέγχου της θάλασσας.
Το έγγραφο του INSS σημείωνε ότι η γεωγραφική θέση της Σομαλιλάνδης προσφέρει στη σιωνιστική οντότητα «δυνητική πρόσβαση σε μια επιχειρησιακή περιοχή κοντά στη ζώνη σύγκρουσης». Με απλά λόγια, η ισραηλινή στρατιωτική παρουσία στην υποτιθέμενη χώρα θα διευκόλυνε σημαντικά την επίθεση κατά της Υεμένης σε έναν μελλοντικό πόλεμο. Στρατιωτικοί και πολιτικοί αξιωματούχοι της σιωνιστικής οντότητας έχουν καταστήσει σαφές εδώ και μήνες ότι δεν έχουν εγκαταλείψει τα σχέδια τους για την καταστροφή της Αντίστασης, παρά την ντροπιαστική αποτυχία της 12ήμερης επίθεσης του Τελ Αβίβ των ΗΠΑ και των συμμάχων τους εναντίον του Ιράν τον Ιούνη του 2025.
Ωστόσο, ενδέχεται να υπάρχουν και άλλα κίνητρα που υποκρύπτουν την αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το ισραήλ, καθώς το έδαφος αυτό αποτελεί από καιρό αντικείμενο κυριολεκτικά θρησκευτικής γοητείας για τους σιωνιστές. Πολλοί θεωρούν την κίνηση του ισραήλ ως το τελευταίο κεφάλαιο σε ένα αιώνα σιωνιστικής κατάληψης γης και δημογραφικής μηχανικής.
Το 1943, ιδρύθηκε στη Νέα Υόρκη το «Συμβούλιο για μια αυτόνομη εβραϊκή επαρχία στη Χαράρ» (Council For An Autonomous Jewish Province in Harrar), για να πραγματοποιήσει το όνειρο του Εβραίου ακτιβιστή Χέρμαν Φύρνμπεργκ (Hermann Fürnberg, 29/5/1869-3/9/1942), ο οποίος για χρόνια ονειρευόταν να δημιουργήσει μια «μόνιμη πατρίδα για έναν μεγάλο εβραϊκό πληθυσμό» στην «Χαράρ» — περιοχή που εκτεινόταν από την Αιθιοπία (πρώην Αβησσυνία) έως την τότε βρετανική Σομαλιλάνδη. Ο Χέρμαν Φύρνμπεργκ ήταν βασικό πρόσωπο στην οργάνωση «Aktion Gildemeester» στη Βιέννη γύρω στο 1938, μιας πρώιμης προσπάθειας να διευκολυνθεί η μετανάστευση των Εβραίων. Συμμετείχε ενεργά στην οργάνωση αυτής της επιχείρησης, η οποία επέτρεψε σε Εβραίους μετανάστες να μεταφέρουν συνάλλαγμα, βοήθησε τη διεκπεραίωση των οικονομικών συναλλαγών που ήταν απαραίτητες για τη μετανάστευση, μέσω της πώλησης περιουσιακών στοιχείων μέσω της τράπεζας Das Bankhaus Krentschker. Συνεργάστηκε με ανώτερους αξιωματούχους του ναζιστικού γερμανικού κόμματος (NSDAP), όπως τον σύμβουλο οικονομικών του NSDAP και ηγέτη της πολεμικής οικονομίας Ότο Έμπερχαρντ (Otto Eberhardt, 8/6/1890-31/1/1939) για τη διαχείριση της εκκαθάρισης της εβραϊκής περιουσίας. Ανεξάρτητα από την επιχείρηση Gildemeester, ο Φύρνμπεργκ ανέπτυξε το 1942 σχέδια για την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους στην Αιθιοπία και τη Βρετανική Σομαλιλάνδη, το οποίο θα επέτρεπε την μετανάστευση Ευρωπαίων Εβραίων, υπογραμμίζοντας τη σιωνιστική του στάση και το ενδιαφέρον του για εδαφικές λύσεις. Οι δραστηριότητές του είναι καταγεγραμμένες σε αρχεία, όπως το Κέντρο Εβραϊκής Ιστορίας (Center for Jewish History) με έδρα τη Νέα Υόρκη, όπου η αλληλογραφία και τα έγγραφά του φυλάσσονται στο πλαίσιο της «Συλλογής Hermann Fuernberg» (Identifier:AR 7194 / MF 463).
«Η πρότασή μου είναι να ενωθούν τα λεγόμενα εδάφη Harrar της Αιθιοπίας και μέρος της Βρετανικής Σομαλιλάνδης και να δημιουργηθεί ένα κράτος για τους Ευρωπαίους Εβραίους», έγραψε ο Φύρνμπεργκ σε πρότασή του με τίτλο «Project for Sattlement of Jewish Refugees in Harrar Province, Ethiopia.», σημειώνοντας ότι ο τοπικός πληθυσμός που κατοικεί στο εν λόγω αφρικανικό έδαφος «δεν είναι πιθανό να δημιουργήσει μεγάλες δυσκολίες». «Κάθε Εβραίος, είτε θεωρεί τον εαυτό του ως τέτοιο είτε κατατάσσεται ως τέτοιος παρά τη θέλησή του, θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να εισέλθει σε αυτό το κράτος», σημείωνε. Το σχέδιό του, αποκαλύπτει την πρόωρη σιωνιστική βούληση να κατακτήσουν μακρινές περιοχές με τη μορφή αποικιοκρατίας, αλλάζοντας τη δημογραφική σύνθεση μέσω της μαζικής μετανάστευσης Εβραίων, προκειμένου να επιβάλουν την κυριαρχία τους επί των τοπικών πληθυσμών.
Παρόμοια, σε ένα άρθρο της 10ης Φλεβάρη 1939, η εφημερίδα The Canadian Jewish Chronicle, που εκδίδεται από το 1917, ζητούσε τη δημιουργία εβραϊκής πατρίδας στην Αιθιοπία, επειδή «από την εποχή των Φαραώ συνδέεται με την εβραϊκή ιστορία». «Η στενή λωρίδα γης μεταξύ του Ιορδάνη και της Μεσογείου – η οποία σήμερα φιλοξενεί μισό εκατομμύριο Εβραίους και ένα εκατομμύριο Άραβες – δεν θα μπορούσε να απορροφήσει τους Εβραίους που σήμερα απειλούνται με εξορία», ανέφερε, προσθέτοντας ότι το αφρικανικό έδαφος θα πρέπει να «ανοιχτεί στην αποίκιση από τους Εβραίους»… «Η Αιθιοπία, με το εύφορο έδαφος των ορεινών περιοχών της και τους παρθένους πόρους της που περιμένουν να αξιοποιηθούν, ζητάει αποίκους… Θα προσφέρει στους Εβραίους μια πατρίδα όπως δεν έχουν ονειρευτεί ποτέ, ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα», ανέφερε.
Επιπλέον, σε καθημερινό δελτίο της ειδησεογραφικής πλατφόρμας Jewish Telegraphic Agency στις 22 Ιούλη 1943, ανακοινώθηκε η σύσταση του «Συμβουλίου για μια Αυτόνομη Εβραϊκή Επαρχία στη Χαράρ». Ο δηλωμένος στόχος της οργάνωσης ήταν να βοηθήσει τους Ευρωπαίους Εβραίους να εγκατασταθούν στην περιοχή Χαράρ στην Αιθιοπία και στη γειτονική Βρετανική Σομαλιλάνδη «υπό συνθήκες πολιτικής αυτονομίας».
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έδωσε στον Φύρνμπεργκ και τους οπαδούς του την ιδανική ευκαιρία να υλοποιήσουν το σχέδιό τους — ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν. Το Συμβούλιο είχε μεγάλες ελπίδες για επιτυχία. Πρώτα απ’ όλα, ο αυτοκράτορας της Αιθιοπίας Χαϊλέ Σελασιέ Α΄ (Haile Selassie I – πραγματικό όνομα Tafari Makonnen, 23/7/1892-27/8/1975) ήταν υποτίθεται «απόγονος του Οίκου του Δαβίδ» και «διάδοχος του βασιλιά Σολομώντα». Η πεποίθηση της οργάνωσης ότι ο θεός ήταν με το μέρος τους είναι εμφανής στις ιδιωτικές επικοινωνίες με τον μονάρχη. Αναφέρεται επανειλημμένα η εβραϊκή γραφή που δηλώνει ότι «η διασπορά θα τελειώσει όταν οι Εβραίοι εισέλθουν στη Γη του Κους». Το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι «το Κους δεν είναι άλλο από την Αιθιοπία, της οποίας η Χαρράρ αποτελεί μέρος».
Το «Συμβούλιο για μια αυτόνομη εβραϊκή επαρχία στη Χαράρ» έχει σήμερα σχεδόν ξεχαστεί, με τα μόνα απομεινάρια της ύπαρξής του να είναι η αλληλογραφία μεταξύ των εκπροσώπων του και Βρετανών, Αιθιόπων και Αμερικανών αξιωματούχων, καθώς και ενημερωτικά φυλλάδια. Το ελάχιστα γνωστό υλικό περιέχει μια σειρά από εξαιρετικές πληροφορίες, όχι μόνο για το τελικά αποτυχημένο έργο, αλλά και για τον σιωνιστικό εποικισμό της Παλαιστίνης γενικότερα, καθώς και για το πώς η αποκρουστική αποικιακή ιδεολογία του σιωνισμού εξελίχθηκε από ένα περιθωριακό πολιτικό έργο σε μια κυρίαρχη δύναμη εντός του Ιουδαϊσμού.
Μερικά από τα πιο προκλητικά αποσπάσματα βρίσκονται σε ένα φυλλάδιο που συνέγραψε ο Χέρμαν Φύρνμπεργκ στις αρχές του 1943, με τίτλο «Η υπόθεση των Ευρωπαίων Εβραίων» (The Case Of European Jews). Σε όλο το κείμενο γίνεται επανειλημμένη αναφορά στην επείγουσα ανάγκη επίλυσης του «εβραϊκού προβλήματος» μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στο πώς το Ολοκαύτωμα ενίσχυσε σημαντικά τα επιχειρήματα υπέρ της δημιουργίας ενός εβραϊκού κράτους. Ο Φύρνμπεργκ ήταν επικριτικός απέναντι στο σιωνιστικό αποικιακό κίνημα για την αποκλειστική εστίασή του στην Παλαιστίνη ως προορισμό:
«Το σιωνιστικό πρόγραμμα έχει ως στόχο τη δημιουργία ενός εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη και την αναγέννηση – πολιτιστική, πολιτική και θρησκευτική – του εβραϊκού λαού στο πλαίσιο αυτού του παλαιστινιακού κράτους. Το εκτεταμένο πρόγραμμά τους είναι τόσο καθορισμένο που δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από αυτό για να λάβουν υπόψη τα τρέχοντα γεγονότα και τα επείγοντα προβλήματα. Έτσι, ο σιωνισμός πιστεύει ότι κάθε προσπάθεια συλλογικής μετανάστευσης που μπορεί να αναλάβουν οι Εβραίοι σε μη σιωνιστική βάση μπορεί εύκολα να βλάψει τον σιωνιστικό σκοπό και, ως εκ τούτου, οι σιωνιστές αντιτίθενται σε όλες αυτές τις προσπάθειες».
Ο Φύρνμπεργκ σημείωσε πώς η άνοδος του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία στη Γερμανία «έδωσε στον σιωνισμό μια μεγάλη αύξηση δύναμης», ενισχύοντας τη «νόμιμη και παράνομη» μετανάστευση στην Παλαιστίνη. Ωστόσο, αυτό οδήγησε σε «αυξανόμενη αντίσταση στην εβραϊκή μετανάστευση (διείσδυση)» σε τοπικό επίπεδο — «όχι μόνο από τον αραβικό κόσμο». Συγκεκριμένα, οι συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις των σιωνιστών για περαιτέρω εδάφη, συμπεριλαμβανομένων εδαφών που ανήκαν σε γειτονικά κράτη όπως η Ιορδανία, έστρεψαν τη διεθνή κοινή γνώμη εναντίον του αποικιακού σχεδίου των εποίκων. Από πρακτική άποψη επίσης, λόγω του μεγέθους και του υπάρχοντος πληθυσμού της, η Παλαιστίνη δεν ήταν σε θέση να «απορροφήσει» το σύνολο των Εβραίων του κόσμου.
Ενώ χαιρέτιζε τα «πολλά αξιοθαύμαστα και ηρωικά επιτεύγματα» του σιωνισμού, ο Φύρνμπεργκ εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι η ιδεολογία «δεν κατάφερε να προσελκύσει στο πλευρό της τη μεγάλη μάζα του εβραϊκού λαού», παρά τα «40 χρόνια προπαγάνδας». Ενώ οι Εβραίοι των ΗΠΑ παρείχαν «το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων» για την αποικιοποίηση της Παλαιστίνης και «το 80% του εβραϊκού Τύπου κυριαρχείται από τους σιωνιστές», οι σιωνιστικές οργανώσεις στις ΗΠΑ δυσανασχετούσαν για το μικρό αριθμό μελών τους, που αντιπροσώπευαν ένα ελάχιστο ποσοστό του παγκόσμιου εβραϊκού πληθυσμού. Η ναζιστική κυριαρχία στη Γερμανία δεν κατάφερε να αλλάξει σημαντικά αυτή την κατάσταση εκτός Ευρώπης.
Στην ίδια περίοδο του πολέμου, «οι σιωνιστές κατάφεραν να δημιουργήσουν μια σειρά από ημιπολιτικές οργανώσεις, οι οποίες… απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία» για τους Εβραίους, σε αντικατάσταση των εβραϊκών εναλλακτικών κινημάτων που αντιτάσσονταν στον Χίτλερ. Παρά την υποτιθέμενη επιρροή τους, «αυτές οι οργανώσεις δεν κατάφεραν ποτέ να προκαλέσουν, ακόμη και στους ίδιους τους οπαδούς τους, επαρκή πολιτική κατανόηση… ώστε να μετατρέψουν το αίτημα για ένα εβραϊκό κράτος σε ενιαία απαίτηση ολόκληρου του λαού». Τα τεράστια ποσά που συγκέντρωσαν αυτές οι οντότητες προήλθαν από «φιλανθρωπία και ευσέβεια», όχι από υποστήριξη για την αποικιοποίηση της Παλαιστίνης.

.
Έτσι, στις αρχές του 1944, το Συμβούλιο του Χαράρ, με επικεφαλής τον Φύρνμπεργκ, υπέβαλε στον αυτοκράτορα της Αιθιοπίας μια λεπτομερή πρόταση για την ίδρυση «μόνιμης κατοικίας για έναν μεγάλο εβραϊκό πληθυσμό» στη χώρα του και στη γειτονική Σομαλιλάνδη. Σε συνοδευτική επιστολή προς το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, η οργάνωση εξήγησε τα οφέλη που θα προέκυπταν από αυτή την κατάληψη γης. Πρώτον, το προτεινόμενο έδαφος ήταν «αρκετά μεγάλο για να φιλοξενήσει τον πολύ μεγάλο αριθμό Εβραίων, των οποίων η μετανάστευση από την Ευρώπη θα γίνει αναπόφευκτη στο εγγύς μέλλον».
Επιπλέον, «οι κλιματολογικές συνθήκες είναι τέτοιες που τα φρούτα, τα δημητριακά και τα λαχανικά που καλλιεργούνται στην Ευρώπη μπορούν επίσης να καλλιεργηθούν στην Χαράρ, εξασφαλίζοντας έτσι ευνοϊκές συνθήκες διαβίωσης για έναν λαό που προέρχεται από την Κεντρική Ευρώπη». Το καλύτερο από όλα είναι ότι «η περιοχή είναι πολύ αραιοκατοικημένη, οπότε τα πολιτικά και φυλετικά εμπόδια για την ελεύθερη ανάπτυξη που υπάρχουν αλλού» – δηλαδή στην Παλαιστίνη – «δεν είναι πιθανό να προκύψουν». Ο Φύρνμπεργκ τόνισε στους Αμερικανούς αξιωματούχους ότι «το πρόγραμμά μας δεν ανταγωνίζεται σε καμία περίπτωση την Παλαιστίνη», αλλά συμπληρώνει την αποικιακή προσπάθεια των εποίκων.
Σε υποβολές προς τον αυτοκράτορα της Αιθιοπίας, το Συμβούλιο έκανε μια σειρά από τολμηρές υποσχέσεις. Όλοι οι Εβραίοι που θα εγκαθίσταντο στην επαρχία Χαράρ θα «ορκίζονταν πίστη στη Μεγαλειότητά Σας», οι «εσωτερικές υποθέσεις» του εδάφους θα διοικούνταν από ένα εκλεγμένο διοικητικό όργανο και έναν «βασιλικό κυβερνήτη ή αντιβασιλέα», τα αγγλικά θα ήταν η επίσημη γλώσσα της αποικίας και ο αυτοκράτορας θα «δικαιούταν ένα συμφωνημένο δίκαιο ποσοστό από ορισμένους φόρους που θα επιβάλλονταν… ένα εισόδημα που θα αυξανόταν με την ανάπτυξη της βιομηχανικής και πολιτιστικής ζωής της επαρχίας».
Υποσχέθηκε ότι οι εισαγόμενοι πληθυσμοί στην περιοχή Χαράρ θα ήταν «νομιμόφρονες και πιστοί πολίτες», εμπνευσμένοι από την «αυτονομία και τη δυνατότητα ελεύθερης ανάπτυξης» που παραχωρούσαν οι αιθιοπικές αρχές. Η Παλαιστίνη αναφέρθηκε ως «εξαιρετικό παράδειγμα» για το πώς οι Εβραίοι μπορούσαν «να χτίσουν έναν αγροτικό και αποικιακό οικισμό και να τον αναπτύξουν με επιτυχία». Αυτό θα «εμπλούτιζε» σημαντικά την Αιθιοπία, προσφέροντας «τεράστιες αγορές για τα προϊόντα της γης σας και θα τόνωνε την ανάπτυξη των φυσικών πόρων της».
Το Συμβούλιο έγραφε χαρακτηριστικά στον αυτοκράτορα: «Εάν ένας κατατρεγμένος και διωγμένος λαός μπορεί να μετατραπεί σε μια ευτυχισμένη και ευημερούσα κοινότητα, τότε ολόκληρη η Αιθιοπία θα εμπλουτιστεί και η Μεγαλειότητά Σας θα θεωρηθεί δικαίως ως ένας από τους μεγάλους ευεργέτες της ανθρωπότητας». Σε μυστικές συζητήσεις με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η οργάνωση καυχήθηκε ότι είχε «λόγους να πιστεύει» ότι ο αυτοκράτορας ήταν «ευνοϊκά διακείμενος προς τον εβραϊκό λαό» και ότι υπήρχε «μεγάλη πιθανότητα να είναι πρόθυμος να συνεργαστεί σε μεγάλο βαθμό».
Ωστόσο, αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί. Τον Ιούλη του 1944, οι υφιστάμενοι του αυτοκράτορα ενημέρωσαν ευγενικά το Συμβούλιο ότι, ενώ η Αιθιοπία είχε προσφέρει με ενθουσιασμό «άσυλο σε πολλούς πρόσφυγες από την Ευρώπη», οι αρχές απέρριψαν κάθε πρόταση να δοθεί «ολόκληρη η επαρχία» σε «μία ομάδα προσφύγων». Ως αποτέλεσμα, ο αυτοκράτορας απαίτησε «να εγκαταλειφθεί η πρόταση…». Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι βρετανική ή αμερικανική κυβέρνηση είχαν τέτοια αντίρρηση.
Μεταφερόμαστε στο 2025 και η ηχώ της σιωνιστικής φιλοδοξίας για κατάληψη γης εξακολουθεί να υφίσταται. Τώρα, πάνω από 80 χρόνια αργότερα, τα σχέδια του «Συμβουλίου για μια αυτόνομη εβραϊκή επαρχία στη Χαράρ» ενδέχεται να βρίσκονται στο πρόθυρα να γίνουν πραγματικότητα.
Η ανακοίνωση του — καταζητούμενου για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και υπόδικου για οικονομικά σκάνδαλα στη χώρα του — σιωνιστή πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου, που έγινε κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας με τον αυτοαποκαλούμενο πρόεδρο της Σομαλιλάνδης Αμπντιραχμάν Μοχάμεντ Αμπντουλάχι, παρουσιάστηκε ως επέκταση της συνεργασίας στους τομείς της γεωργίας, της υγείας και της τεχνολογίας.
Ωστόσο όχι μόνον η Σομαλία, αλλά και ο υπόλοιπος κόσμος υποψιάζονται ύπαρξη κρυφών κινήτρων, καθώς η διπλωματική αυτή κίνηση προωθεί τις στρατιωτικές φιλοδοξίες του ισραήλ στην Ερυθρά Θάλασσα.

.
Η συνεργασία του σιωνιστικού μορφώματος με τη Σομαλιλάνδη θα του προσφέρει στρατηγική πρόσβαση στο στενό Bab el Mandeb, ένα θαλάσσιο στενό πλάτους 32 χιλιομέτρων μεταξύ της Αραβικής Χερσονήσου και της Αφρικής, που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν, μια σημαντική θαλάσσια οδό. Η πρόσβαση αυτή θα επέτρεπε στο Τελ Αβίβ να διεξάγει σημαντικές επιχειρήσεις πληροφοριών, επιτήρησης και ασφάλειας κατά μήκος ενός κρίσιμου παγκόσμιου θαλάσσιου διαδρόμου, χωρίς την ανάγκη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικής ανάπτυξης.
Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με αναφορές από τις αρχές του 2025, το ισραήλ και οι ΗΠΑ προσέγγισαν πολλές χώρες, όπως το Σουδάν, τη Σομαλία, την Αιθιοπία, τη Λιβύη, την Ινδονησία, αλλά και τη Σομαλιλάνδη, για την επανεγκατάσταση περίπου δύο εκατομμυρίων Παλαιστινίων που σκοπεύουν να εκτοπίσουν από τη Γάζα.
Το υπουργείο Εξωτερικών της Παλαιστίνης υποστήριξε τη Σομαλία, καταδικάζοντας το ισραήλ για το γεγονός ότι θεωρεί τη Σομαλιλάνδη ως πιθανό προορισμό για την απέλαση των Παλαιστινίων από τη Γάζα. Σομαλοί αξιωματούχοι κατηγόρησαν επίσης τη σιωνιστική οντότητα ότι χρησιμοποιεί την αναγνώριση για να διευκολύνει την εθνοκάθαρση στη Γάζα, εκκενώνοντας τη γη για εβραϊκούς οικισμούς και εκτοπίζοντας τους Παλαιστινίους για να αλλάξει τη δημογραφική σύνθεση της περιοχής στην Αφρική.
Η Αραβική Ένωση, η Αφρικανική Ένωση, η Αίγυπτος, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και πολλά άλλα κράτη έχουν επίσης απορρίψει την αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το ισραήλ, προειδοποιώντας ρητά ότι αυτό θα μπορούσε να διευκολύνει την αναγκαστική μετεγκατάσταση των Παλαιστινίων, μια πολιτική που περιγράφουν ως εθνοκάθαρση. Σε ενημέρωση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ σχετικά με την αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το ισραήλ, το Πακιστάν χαρακτήρισε την πράξη του Τελ Αβίβ «βαθιά ανησυχητική», δεδομένου ότι ισραηλινοί αξιωματούχοι είχαν προηγουμένως αναφερθεί στο έδαφος αυτό ως «προορισμό για την απέλαση του παλαιστινιακού λαού, ιδίως από τη Γάζα».
Ο Γιουνούς Τουρχάν (Yunus Turhan), εμπειρογνώμονας σε θέματα Αφρικής και αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Haci Bayram Veli της Άγκυρας, χαρακτήρισε την πράξη αυτή του ισραήλ ως καθοδηγούμενη από επικίνδυνα στρατηγικά κίνητρα που συνδέονται με τη Γάζα.
Τα σχέδια του σιωνιστικού μορφώματος έχουν αντιμετωπίσει παγκόσμια κριτική. Ακόμη και το 20-σημείων «σχέδιο ειρήνης» του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γάζα δηλώνει ρητά ότι κανείς δεν θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη Γάζα και όσοι επιθυμούν να φύγουν θα είναι ελεύθεροι να το κάνουν και ελεύθεροι να επιστρέψουν. Οποιαδήποτε πολιτική που υποστηρίζει την αναγκαστική μετεγκατάσταση των Παλαιστινίων θα αποτελεί σαφή παραβίαση των δεσμεύσεων που εγκρίθηκαν κατά την πρώτη φάση του τραμπικού σχεδίου ειρήνης. Ωστόσο γεγονός παραμένει ότι το σιωνιστικό μόρφωμα του ισραήλ, σε όλη την 78χρονη ιστορία του σαν κρατική οντότητα, έχει δείξει ελάχιστο σεβασμό στις ειρηνευτικές συμφωνίες. #
