013 | ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ – Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Ο Μαρσέλ Προυστ γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου 1871 στο Παρίσι, πέθανε στις 18 Νοεμβρίου 1922 και υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα. “Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς”, ίσως η πιο γνωστή σε παγκόσμια κλίμακα, φράση που ξεκινά το μυθιστόρημα “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο” του Μαρσέλ Προυστ, ένα από τα πιο εμβληματικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα.

Η συγγραφή του διήρκησε περίπου 15 χρόνια και κυκλοφόρησε σε επτά μέρη. 3200 σελίδες συνολικά και διατρέχει μια περίοδο 50 χρόνων στη Γαλλία της Μπελ Εποκ, με μία πινακοθήκη περίπου 2000 χαρακτήρων, σε σκηνές απαράμιλλης δεξιοτεχνίας στην αφήγησή τους.

Από αυτές τις 3200 σελίδες του έργου του Προύστ, η Κλαίρη Μιτσοτάκη συγγραφέας, μεταφράστρια, επιμελήτρια εκδόσεων και συμπατριώτισσα μου, με περίσσεια αγάπη, μαεστρία και συνέπεια, κατάφερε να μας δώσει σε 600 σελίδες μια επιτομή του έργου του Προυστ. Σε δική της μετάφραση το παραπάνω απόσπασμα.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ “ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ, Μικρά κείμενα”
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ

Μικρά κείμενα, γραμμένα σε χαρτάκια, χαρτοπετσέτες, λογαριασμούς και σε ό,τι άλλο πιάνει μελάνι.

Μικρά κείμενα που άγγιξαν την ψυχή και την σκέψη του Περικλή Κοροβέση για διάφορα περασμένα συμβάντα, παλιές αγάπες και φιλίες, αγαπημένα πρόσωπα που έφυγαν, συναισθήματα που είναι δύσκολο να εκφραστούν, γεγονότα της επικαιρότητας και ότι άλλο ήρθε απρόσκλητο στην σκέψη του.

Όπως λέει ο ίδιος ” Σε εποχές ζόφου και φόβου, σαν και αυτήν που ζούμε τώρα στην Ελλάδα, έχουμε δύο τρόπους αντίδρασης: ο πρώτος είναι να αφήσουμε το σκοτάδι να μπει στην ψυχή μας και να τη μαυρίσει· ο άλλος είναι να αξιοποιήσουμε το φως που έχουν συσσωρεύσει τα φωτοβολταϊκά της καρδιάς μας.

Το φως είναι ζωοδότρα δύναμη.

Τα μικρά αυτά κειμενάκια είναι η ζωή μας που ξαναφτιάχνουμε στο φώς.”

Ο Περικλής Κοροβέσης γεννήθηκε στο Αργοστόλι το 1941 και πέθανε στην Αθήνα το 2020.

Σπούδασε θέατρο με τον Δημήτρη Ροντήρη, σημειολογία με τον Roland Barthes και παρακολούθησε μαθήματα με τον P. Vidal Naquet στο Παρίσι. Από μικρή ηλικία μετείχε ενεργά στο μαχητικό δημοκρατικό κίνημα της Αριστεράς. Φυλακίστηκε και εξορίστηκε επί χούντας.

Στο βιβλίο του “Ανθρωποφύλακες” κατέγραψε τις φυλακίσεις και τα βασανιστήρια επί Χούντας στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και φανέρωσε σε ολόκληρο των κόσμο το πραγματικό πρόσωπο της δικτατορίας των συνταγματαρχών.

Εκτός από πεζά, έγραψε θέατρο, παιδικά και, τελευταία, ποίηση. Παράλληλα με τη συγγραφική του δραστηριότητα, διατηρούσε μόνιμες στήλες στην “Ελευθεροτυπία” και στην “Εποχή’ και στο περιοδικό “Γαλέρα”. Μεταξύ 2007-2009 διετέλεσε βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στην Α’ περιφέρεια Αθηνών.

“ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ ΚΑΙ ΛΑ’Ι’ΚΟΙ ΒΑΡΔΟΙ – Στιγμές από τη ζωή τους”
Εισαγωγή, Κείμενα, Σημειώσεις, Επιμέλεια Ναυσικά Γεραμάνη και Μαριάννα Τζιαντζή, εκδόσεις Τόπος

Ο δημοσιογράφος και μελετητής του λαϊκού τραγουδιού Πάνος Γεραμάνης (1945-2005) γεννήθηκε στο Βασιλικό Χαλκίδας και από μαθητής ακόμη ξεκίνησε να ασχολείται με τη δημοσιογραφία. Εργάστηκε σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά (Φως, Σούπερ Σπορ, Απογευματινή, Έθνος κ.ά.). Συμμετείχε ενεργά στο αντιδικτατορικό κίνημα στέλνοντας σε ραδιοσταθμούς του εξωτερικού ειδήσεις για συλλήψεις και βασανιστήρια αγωνιστών. Από το 1986 εργαζόταν στα “Νέα”. Το μεγάλο του πάθος ήταν το λαϊκό τραγούδι στο ραδιόφωνο. Το 1989 έκανε εντυπωσιακό ντεμπούτο στον “902 – Αριστερά στα FM” (με τις εκπομπές “Μικρόφωνο στο τραγούδι” και “Για τους ανθρώπους της νύχτας”) και από τον Μάρτιο του 1990 μεταπήδησε στην ΕΡΑ, όπου για δεκαπέντε χρόνια παρουσίαζε τους “Λαϊκούς Βάρδους”.

Το βιβλίο «Πάνος Γεραµάνης και Λαϊκοί Βάρδοι: Στιγμές από τη ζωή τους» είναι ένας φόρος τιμής στους εκατοντάδες καλλιτέχνες και δημιουργούς που συνομίλησαν µε τον Πάνο Γεραµάνη σε µια ιστορική ραδιοφωνική εκπομπή της ΕΡΤ από το 1990 έως το 2005. Από αυτή την εκπομπή δεν πέρασαν µόνο οι Μεγάλοι, οι πρωτοµάστορες, εκείνοι που «έσκαψαν το χώμα µε τα νύχια, δίχως ξύλινο άροτρο» (σύμφωνα µε τον Τάκη Μπίνη), για να υψωθεί το οικοδόμημα του κλασικού λαϊκού τραγουδιού. Πέρασαν και οι ξεχασμένοι που μοιράστηκαν στιγμές από τη ζωή τους και το έργο τους. Ολοι τους, αυτοί οι λαϊκοί βάρδοι, είναι οι συγγραφείς του βιβλίου, αυτοί το υπαγόρευσαν, και η παρούσα έκδοση είναι µια ανθολόγηση, µια επιλογή από τα λόγια τους.

Η Ναυσικά Γεραμάνη, σύντροφος επί τριάντα χρόνια του Πάνου Γεραμάνη, νοσηλεύτρια και καθηγήτρια αργότερα σε σχολές νοσηλευτικής και η Μαριάννα Τζιαντζή, με σπουδές στην αρχιεκτονική σχολή του ΕΜΠ, συγγραφέας και δημοσιογράφος, με περίσσεια αγάπη και φροντίδα έγραψαν και επιμελήθηκαν την παραπάνω έκδοση του βιβλίου.